OTRO

ΟTRΟ= ΠΡΧ ΟΤΡΟ> ΕΤΕΡΟΣ, ΠΡΧ ΑΛΛΟΣ, ΑΛΤΡΟΥΙΣΤΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

otro, tra πρχ έτερος= άλλος

1. ε, άλλος, -η, -o, για άτομο ή πράγμα, necesito otro material, χρειάζομαι άλλο υλικό

tengo otra hermana, έχω κι άλλη αδελφή

2. άλλο ένα, ¿me pone otro vino, por favor? μου βάζετε κι άλλο κρασί σας παρακαλώ; ¿Podría tomar otro trozo de tarta? Θα μπορούσα να έχω άλλο ένα κομμάτι κέικ;

3. για χρόνο, πρχ προ-άλλες, el otro día, τις προάλλες

η άλλη= la otra noche, mañana, εκείνη τη νύχτα, εκείνο το πρωί

Al otro día, todo se había olvidado, Την άλλη μέρα, όλο είχε ξεχαστεί

4. εκφ, en otro tiempo, άλλοτε

¡otra! ¡otra! σε θέαμα, κι άλλο! κι άλλο!

ή άλλη ανοησία, άσχετο που είπε κάποιος σε κουβέντα

otro… que, no hay otra solución que llamar al policía,

δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά να καλέσουμε τον αστυνόμο

otra te pego, άλλη μια και σκάω, φράση θυμού για να πω μέχρι εδώ! δεν πάει άλλο!

για κάτι που επαναλαμβάνεται για γεγονότα, λόγια που με φτάνουν στα όρια

otro, tra 1. αντωνυμία, οι δε, άλλος, -η, -o, unos no sabían, otros no querían

οι μεν δεν ήξεραν, οι δε δεν ήθελαν

2. el otro, la otra, για άτομο αόριστο, o άλλος, η άλλη, το άλλο,

mientras él comía el otro leía la revista, ενώ αυτός έτρωγε, o άλλος διάβαζε εφημερίδα

ή οικ, υτμ, για αγαπητικό, o άλλος, η άλλη, le vieron con la otra, τον είδαν με την άλλη

3. εκφ, cualquier otro que, κάθε άλλο παρά

entre otras, otros μεταξύ άλλων

¡hasta otra! πρχ εως έτερη (ματιά)= εις το επανιδείν!, τα λέμε!, στο καλό!

no hay, no me queda otra, δεν υπάρχει, μου μένει, έχω άλλη επιλογή

otros dos, tres…, άλλοι δύο, τρεις κ.λπ.

otros muchos, και πολλοί άλλοι

otros pocos, λίγοι ακόμη

otros tantos, άλλοι τόσοι

otro tanto, άλλο τόσο

uno a otro, ο μεν στον δε

uno con otro, ο ένας με τον άλλον

otrora επρ, αρχ, άλλοτε

otrosí 1. επρ, νομ, πρχ ετέρου-αυτού= ωσαύτως

2. α, νομ, συνοδευτικό έγγραφο που περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία δεν αναφέρθηκαν στο

κυρίως μέρος ενός νομικού εγγράφου

esotro, tra 1. ε, για πράγμα, πρχ εις-έτερος= εκείνος o άλλος, εκείνη η άλλη, εκείνο το άλλο, esotro coche no me gusta tanto como éste,

εκείνο το άλλο αμάξι δεν μου αρέσει τόσο όσο αυτό εδώ

2. αντωνυμία, για άτομο, εκείνος ο άλλος, εκείνη η άλλη, εκείνο το άλλο,

esotras son distintas, εκείνες, αυτές οι άλλες είναι διαφορετικές

otredad 1. θ, λογ, φλφ, ετερότητα όντων

altruismo 1. α, πρχ αλλο-τερ-ισμός= νιώθω τον άλλον, αλτρουισμός

altruista 1. ε, α θ, αλτρουιστικός, -ή, -ó, αλτρουιστής, -ια

altruistamente 1. επρ, αλτρουιστικά

alterar πρχ άλλο-τερίζω κάτι= αλλάζω ή ετερο-ποιώ

1. ρμ, αλλάζω την σειρά, σχήμα σε κάτι, μεταβάλλω, τροποποιώ,

Han alterado el horario del autobús, y ahora no sé cuándo vendrá,

Έχουν αλλάξει το πρόγραμμα των λεωφορείων και τώρα δεν ξέρω πότε θα έρθει,

alterar el orden de las palabras, αλλάζω τη σειρά των λέξεων

la huelga altera nuestros planes, η απεργία αλλάζει τα σχέδιά μας

alteraron la programación por la muerte del presidente,

έγινε τροποποίηση του προγράμματος λόγω του θανάτου του προέδρου

El efecto invernadero está alterando la temperatura del planeta,

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου μεταβάλλει τη θερμοκρασία του πλανήτη

2. μτφ, αλλάζω ψυχικά, la riqueza me alteró el carácter,

ο πλούτος μού άλλαξε το χαρακτήρα

3. μτφ, αλλάζω την τάξη, ψυχική διάθεση, διαταράσσω, αναστατώνω,

me detuvieron por alterar el orden público,

με συνέλαβαν για διατάραξη της δημόσιας τάξης,

la muerte nos alteró, ο θάνατος μάς αναστάτωσε αρκετά

4. αλλάζω την διάθεση κάποιου αρνητικά= ενοχλώ, εκνευρίζω,

su conducta me altera, η διαγωγή του με ενοχλεί

5. για υλικό, τρόφιμα, αλλοιώνω, χαλάω, el calor altera los alimentos,

η ζέστη αλλοιώνει τα τρόφιμα

6. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω, El periodista alteró mis palabras para hacerme quedar mal,

Ο δημοσιογράφος άλλαξε τα λόγια μου για να με κάνει να φανώ άσχημος

7. ραντ, αλλάζω, las tradiciones se van alterando, οι παραδόσεις αλλάζουν

8. ενοχλούμαι, εκνευρίζομαι, θυμώνω, se altera por cualquier cosa,

αλλοιώνεται ψυχικά= εκνευρίζεται με το παραμικρό

9. χάνω την ψυχραιμία μου, ¡no te alteres! μην εκνευρίζεσαι!

10. για υλικό, τρόφιμο, αλλοιώνομαι, χαλάω, se altera con la humedad,

χαλάει με την υγρασία

desalterar 1. ρμ, πρχ αντ-αλλο-τερίζω > αφαιρώ ταραχή= κατευνάζω, καταπραΰνω, ηρεμώ,

escuchar música clásica era lo que más le desalteraba,

το να ακούει κλασική μουσική ήταν αυτό που τον ηρεμούσε περισσότερο

alteración πρχ ετεροίωση σε κάτι, αλλοίωση, αλλαγή

1. θ, αλλαγή, μεταβολή, τροποποίηση σε κάτι, alteración del horario de autobuses,

αλλαγή στο ωράριο των λεωφορείων

2. διαταραχή, φθορά σε σύστημα, graves alteraciones en los ecosistemas,

σοβαρές διαταραχές στα οικοσυστήματα

3. διατάραξη τάξης, alteración del orden público, διατάραξη της δημόσιας τάξης

4. αλλαγή ψυχική, δια-ταραχή, alteraciones de ánimo, συναισθηματικές διαταραχές alteración cardiovascular, καρδιαγγειακή διαταραχή

5. αναταραχή ατόμων, εξέγερση, hay alteraciones en todo el país,

έχει αναταραχή σε όλη τη χώρα

6. μτφ, καβγάς, διαμάχη

7. αλλοίωση φαγητού

8. μσκ, αλλοίωση νότας, de nota, signos de alteración, σημάδι αλλοίωσης

9. πράξη και αποτέλεσμα του alterar, -se

alterado, da 1. ε, αλλοιωμένος σε διάθεση= ανήσυχος, -η, -o, ταραγμένος, -η, -o,

los chicos están muy alterados, τα παιδιά είναι πολύ ανήσυχα

2. αλλαγμένος ψυχικά, εκνευρισμένος, -η, -o, anda algo alterado, είναι λίγο εκνευρισμένος

inalterado, da 1. ε, πρχ ανευ-αλλαγής= αναλλοίωτος, -η, -o

2. ανόθευτος, -η, -o

alterante 1. ε, πρχ αλλο-τεριζων= που προκαλεί αλλαγή, αλλοίωση, παραμόρφωση

2. που αλλάζει πάλι> επαναφέρει την ομαλή λειτουργία σε όργανο, σύστημα, μηχανισμό

3. για φάρμακο που ευνοεί με την αλλαγή του τις λειτουργίες ή ανάκτηση υγείας

alterable 1. ε, πρχ ετερο-βλητο> που αλλάζει εύκολα= ευ-μετάβλητος, -η, -ο, άστατος, -η, -o, tiene un comportamiento muy alterable, έχει μια συμπεριφορά πολύ άστατη

alterabilidad 1. θ, ευμετάβλητο, αλλοιώσιμο, εύφθαρτο

inalterable πρχ μη ετερο-βλητο

1. ε, αμετάβλητος, -η, -ο ψυχικά, ατάραχος, -η, -o, φλεγματικός, -ή, -ó,

Incluso después de oír las noticias, su expresión se mantuvo inalterable,

Ακόμα και αφού άκουσε τα νέα, η έκφραση του παρέμεινε αμετάβλητη

2. για συμβόλαιο, απόφαση, contrato, decisión, αμετάτρεπτος, -η, -o

3. αναλλοίωτος, -η, -o, diseñó un detergente que mantenía inalterables los colores,

σχεδίασε ένα απορρυπαντικό που διατηρούσε αναλλοίωτα τα χρώματα

4. αμετάβλητος, -η, -ο, μόνιμος, -η, -ο, La lesión puede provocar cambios inalterables,

Ο τραυματισμός μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αλλαγές

5. εκφ, permanecer inalterable, για άτομο, παραμένω ατάραχος

ή για πράγμα, παραμένω αναλλοίωτος

inalterabilidad 1. θ, ιδιότητα του αναλλοίωτου, μη μετατρέψιμου, αμεταβλητότητα

inalterablemente 1. επρ, αναλλοίωτα, αμετάβλητα

2. αμετάτρεπτα

álter ego 1. α, έτερο εγώ, άλτερ έγκο

adulterar πρχ αλλο-τερίζω ή ετερο-ποιώ κάτι

1. ρμ, για ουσία, τρόφιμο, αλλοιώνω την σύσταση= νοθεύω, Las muestras analizadas mostraron que el vino había sido adulterado con la adición de endulzantes,

Τα αναλυόμενα δείγματα έδειξαν ότι το κρασί είχε νοθευτεί με την προσθήκη γλυκαντικών

adulteraron la leche, νόθευσαν το γάλα

2. μτφ, νοθεύω, παραποιώ, αλλοιώνω πληροφορία, αλήθεια, Despidieron a la nueva empleada porque se descubrió que había adulterado la información en su solicitud de empleo, Απόλυσαν την νέα υπάλληλο επειδή ανακαλύφθηκε ότι είχε παραποιήσει πληροφορίες στην αίτηση της για εργασία

3. ρα, μτφ, πρχ αντι-ταιρίζω> αλλάζω ταίρι, σύντροφο= μοιχεύω

adulteración 1. θ, αλλοίωση, νοθεία, νόθευση τροφίμου, ουσίας

2. αλλοίωση, παραποίηση, νοθεία πληροφορίας, αλήθειας

3. μοιχεία

adulterado, da 1. ε, αλλοιωμένος, -η, -ο, νοθευμένος, -η, -o για τρόφιμο, ουσία

2. νοθευμένος, -η, -o, παραποιημένος, -η, -ο, πλαστός, -ή, -ó για πληροφορία, αλήθεια

adulterador, ra 1. ε, α θ, νοθευτικός, -ή, ό, νοθευτής, -ια

adulterio 1. α, μτφ, αλλοίωση πληροφορίας

2. μοιχεία, Mi abuela se divorció de su primer marido porque él cometió adulterio,

Η γιαγιά μου χώρισε από τον πρώτο της σύζυγο επειδή διέπραξε μοιχεία

adulterino, na 1. ε, α θ, από μοιχεία, νόθος, -α, -o, hijo adulterino, νόθος γιος

2. μτφ, για έγγραφο, πληροφορία, νοθευμένος, -η, -o, πλαστός, -ή, -ó

adúltero, ra 1. ε, για άτομο, πράξη, μοιχικός, -ή, -ó

2. για γλώσσα = διεφθαρμένος, -η, -o, νοθευμένος, -η, -o

altercar 1. ρα, πρχ αλ-τερ-καρ> ετερο-καβγάς ή ετερο-κατά = μιλάω ή αντιλογώ έντονα

τσακώνομαι, καβγαδίζω, μαλώνω, a menudo altercaban sobre quién ganaría la liga este año,

συχνά καβγάδιζαν σχετικά ποιός θα κέρδιζε την λίγκα εφέτος,

Susi y su marido siempre están altercando acerca del dinero,

Η Σούζι και ο άντρας της μαλώνουν συνέχεια για τα χρήματα.

altercado 1. α, πρχ ετερο-καβγάς= διαμάχη, καβγάς, λογομαχία, τσακωμός,

Sin comerlo ni beberlo, nos vimos envueltos en un altercado callejero,

Χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε μπλεγμένοι σε έναν καβγά στο δρόμο,

2. εκφ, tener un altercado con alguien, καβγαδίζω με κάποιον

altercador, -ra 1. ε, α θ, καβγατζίδικος, -η, -ο, καβγατζού, -ού, που τσακώνεται

alterno, na πρχ αλλό-τερα σε σειρά ή εν-αλλακτικό, εναλλάξ

1. ε, εναλλακτικός, -ή, -ό, σε διαστήματα χρονικά, trabaja en días altemos,

δουλεύει μέρα παρά μέρα

clases alternas, μαθήματα κάθε δεύτερη μέρα

2. εναλλασσόμενος, -ή, -ό σε απόδοση, hubo un dominio alterno en el partido,

υπήρξε μια κυριαρχία εναλλασσόμενη στο παιχνίδι

3. ηκλ, εναλλασσόμενος, -η, -o, corriente alterna, εναλλασσόμενο ρεύμα

4. βοτ, εναλλασσόμενος, -η, -o, hojas alternas, εναλλασσόμενα φύλλα

5. γμτ, εναλλάξ, ángulos alternos externos, εξωτερικές εναλλάξ γωνίες

alternar πρχ εν-αλλάσσω σε κάτι που κάνω

1. ρμ, εναλλάσσω πράξεις ή λόγια, κάνοντας το ένα και το άλλο, συνδυάζω κάτι,

alterna el estudio y el trabajo, συνδυάζει τις σπουδές με την εργασία,

alternar las blancas con las negras, εναλλάσσω τις λευκές με τις μαύρες,

Vamos a alternar los hilos de colores para conseguir un efecto multicolor,

Θα εναλλάξουμε τα χρωματιστά νήματα για να πετύχουμε ένα πολύχρωμο εφέ

2. κάνω εναλλασσόμενη καλλιέργεια, καλλιεργώ με αμειψισπορά,

Los agricultores alternan el cultivo de trigo en los campos para dejar descansar la tierra,

Οι αγρότες καλλιεργούν εναλλάξ σιτάρι στα χωράφια για να αφήσουν τη γη να ξεκουραστεί

3. μαθ, αντι-μεταθέτω

4. ρα, εν-αλλάσσομαι, alternarán las nubes y los claros,

θα εναλλάσσονται τα σύννεφα με διαστήματα ηλιοφάνειας

5. μτφ, εν-αλλάσσομαι με κόσμο= συναναστρέφομαι, alterna con mucha gente,

συναναστρέφονται πολύ κόσμο

6. alternar con, συναναστρέφομαι, alterna con la alta sociedad,

συναναστρέφεται με την υψηλή κοινωνία

7. ραντ, εναλλάσσομαι σε βάρδιες, se alternan para cuidar al niño,

εναλλάσσονται σε βάρδιες για τη φύλαξη του παιδιού

8. μτφ, συνδυάζομαι, se alternan Ios colores claros y los oscuros,

συνδυάζονται τα ανοιχτά με τα σκούρα χρώματα

9. εναλλάσσονται γεγονότα, los buenos ratos se alternan a menudo con los malos,

εναλλάσσονται, οι καλές στιγμές εναλλάσσονται συχνά με τις κακές

10. για κοπέλες σε μπαρ που συναλλάσσονται με πελάτες και κάνουν παρέα έναντι αμοιβής

alternación 1. θ, πράξη του alternar

2. εναλλαγή, La alternación de los días y las noches es resultado de la rotación de la tierra,

Η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας είναι αποτέλεσμα της περιστροφής της Γης

3. διαδοχή

4. συνδυασμός

alternado, da 1. ε, εναλλασσόμενος, -η, -o, διαδοχικός, -ή, -ó,

montaje alternado, εναλλασσόμενο, διαδοχικό, μοντάζ

alternable 1. ε, εναλλάξιμος, -η, -ο, κυλιόμενος, -η, -ο, un horario alternable,

κυλιόμενο ωράριο

alternador 1. α, ηκλ, γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος, εναλλάκτης,

El mecánico dijo que hay un problema con el alternador de mi coche,

Ο μηχανικός είπε ότι υπάρχει πρόβλημα με τον εναλλάκτη του αυτοκινήτου μου

alternadamente 1. επρ, εναλλάξ, εναλλακτικά

alternativo, va 1. ε, που γίνεται, λέγεται με εναλλαγή χρονική, εναλλασσόμενος, -η, -o, cultivo alternativo, εναλλασσόμενη καλλιέργεια, αμειψισπορά

2. εναλλακτικός, -ή, -ó, propuesta alternativa, εναλλακτική πρόταση,

Tenemos que pensar en un plan alternativo en caso de que llueva,

Πρέπει να σκεφτούμε ένα εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που βρέξει

3. όχι συμβατικός, εναλλακτικός, -ή, -ó, cine alternativo, εναλλακτικός κινηματογράφος energías alternativas, εναλλακτικές μορφές ενέργειας

música alternativa, εναλλακτική μουσική

alternativa 1. θ, εναλλακτική, solo le han ofrecido la alternativa de aceptar o marcharse,

μόνο του έχουν προσφέρει την εναλλακτική να δεχτεί ή να φύγει,

no tenemos alternativa, δεν έχουμε εναλλακτική λύση

2. ταυ, τελετή με την οποία ο καταξιωμένος ταυρομάχος δίνει το σπαθί και το κόκκινο πανί σε νεώτερο και παίρνει τη θέση του και γίνεται επίσημα ταυρομάχος

3. εκφ, darle la alternativa a alguien, δίνω εναλλακτική, άλλη λύση σε κάποιον

ή χρίω κάποιον ταυρομάχο

tomar la alternativa, ταυ, χρίωμαι ταυρομάχος

alternativamente 1. επρ, εναλλάξ

alternante 1. ε, εναλλασσόμενος, -η, -ο

alternancia 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του alternar

2. εναλλαγή, alternancia de poder, εναλλαγή στην εξουσία

3. βλγ, εναλλαγή σε φύλα

4. γλγ, εναλλαγή

alterne 1. α, συν-αλλαγή με κόσμο=συναναστροφή, es un bar para el alterne,

είναι ένα μπαρ για συναναστροφές.

2. εκφ, de alterne, bar de alterne, μπαρ που προσφέρει κονσομασιόν

chica de alterne, γυναίκα που προσφέρει συντροφιά, κονσοματρίς

subalterno, na πρχ υπ-έτερος ή υπο-άλλου

1. ε, υφιστάμενος, -η, -ο, κατώτερος, -η, -o, δευτερεύων, -ουσα, -ον,

el gerente tiene varios subalternos, ο διευθυντής έχει αρκετούς κατώτερους,

El personal subalterno se encarga de tareas secundarias,

Το υφιστάμενο προσωπικό είναι υπεύθυνο για δευτερεύοντα καθήκοντα

un papel subalterno, ένας δευτερεύων ρόλος

2. α θ, για υπάλληλο, υφιστάμενος, -νη, pidió a un subalterno que fotocopiase el informe,

ζήτησε σε ένα υφιστάμενο να φωτοτυπήσει την αναφορά

3. οικ, υτμ, κατώτερος, -ρη σε τάξη, κατηγορία,

no hablo a subalternos, δεν μιλώ σε κατώτερους υπαλλήλους

subalterno 1. α, ταυ, ταυρομάχος μέλος της ομάδας ενός ματαδόρ

alias 1. επρ, πρχ άλλως, αλλιώς (με όνομα άλλο), Antonio Banderas, alias el Guapo,

Αντόνιο Μπαντέρας, άλλως o Όμορφος

2. α, αλλώνυμο> ψευδώνυμο, παρατσούκλι, El estafador Luis Ruscio firmaba cheques falsificados bajo el alias de "Ernesto Bonavena", Ο απατεώνας Λουίς Ρούσιο υπέγραφε πλαστές επιταγές με το ψευδώνυμο «Ερνέστο Μποναβένα»

3. πλφ, alias, αλλ-ώνυμο= ψευδ-ώνυμο

alienígena 1. ε, α θ, πρχ άλιεν> αλλο-γενής= εξωγήινος, -η, -ο

alienar 1. ρμ, πρχ αλλοιώνω σχέση με κάποιον= αποξενώνω, απομακρύνω από κάποιον,

La pelea por la herencia lo alienó de sus hermanos, y nunca volvió a verlos,

Η διαμάχη για την κληρονομιά τον αποξένωσε απ’ τα αδέρφια του και δεν τα ξαναείδε ποτέ

2. ψυχ, αλλοιώνω ψυχικά= αποξενώνω, διαταράσσω, La pérdida de su familia en el accidente la alienó de tal forma que pasó el resto de sus días en un centro psiquiátrico, Η απώλεια της οικογένειας της στο ατύχημα την αποξένωσε σε τέτοιο βαθμό που πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της σε ψυχιατρική κλινική

3. ραντ, αποξενώνομαι

4. παραφρονώ, τρελαίνομαι

5. νομ, απαλλοτριώνω

alienación 1. θ, αποξένωση, La soledad que padecen muchas personas en las grandes ciudades a menudo da paso a un sentimiento de alienación, Η μοναξιά που υποφέρουν πολλοί άνθρωποι στις μεγάλες πόλεις συχνά δίνει βήμα σε ένα αίσθημα αποξένωσης

2. διαταραχή νου, Soy enfermero de un hospital psiquiátrico y, por tanto, convivo con la alienación y la neurosis, Είμαι νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική και, ως εκ τούτου, ζω με την διαταραχή και τη νεύρωση

3. παραφροσύνη, τρελαμάρα, En su alienación, el hombre corría de un lado a otro y gritaba cosas sin ningún sentido, Μέσα στην παραφροσύνη του, ο άντρας έτρεχε από τη μια πλευρά στην άλλη και φώναζε πράγματα που δεν είχαν νόημα

4. σνθ, alienación mental, διανοητική διαταραχή

alienado, da 1. ε, α θ, αποξενωμένος, -η, -o

2. φρενοβλαβής, -ής, -ές

alienador, ra 1. ε, αποξενωτικός, -ή, -ό

alienante 1. ε, αποξενωτικός, -ή, -ό

alienable 1. ε, αποξενωτικός, -ή, -ο

alienabilidad 1. θ, ιδιότητα της αποξένωσης

alienista 1. ε, α θ, πρχ αλλοιων-ιστής ψυχής= που ειδικεύεται στα ψυχικά νοσήματα,

ιατρός ειδικευμένος στα ψυχικά νοσήματα

alienismo 1. α, πρχ αλλοιον-ισμός= ειδικότητα για ψυχικά νοσήματα

inalienación 1. θ, νομ, μη απ-αλλοτρίωση, μη αλλοτρίωση

inalienable 1. ε, νομ, αναπαλλοτρίωτος, -η, -ο, αναφαίρετος, -η, -ο, απαράγραπτος, -η, -ο

inalienabilidad 1. θ, ιδιότητα του αναπαλλοτρίωτου, αναφαίρετου

ajeno, na πρχ α-χενο> ξένος, πρχ αλχενο> αλιεν, αλλογενής

1. ε, που ανήκει σε άλλο= ξένος, -η, -o, άλλου, bienes ajenos, αγαθά ξένα,

A Tomás no le importa arriesgarse, siempre que sea con dinero ajeno,

Στον Τόμας δεν τον πειράζει να ρισκάρει, αρκεί να είναι με χρήματα ξένα, των άλλων

2. μη σχετικός με κάτι, -ή, -ó, άσχετος, -η, -o, ξένος, -η, -ο,

Fabricamos productos de acero, así que la construcción con aluminio nos es ajena,

Κατασκευάζουμε προϊόντα χάλυβα, οπότε οι κατασκευή με αλουμίνιο μας είναι ξένη

prohibida la entrada a las personas ajenas a la obra,

απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντες εργασία, στα άσχετα άτομα

El estilo de vida de un agricultor es completamente ajeno a un habitante de la ciudad,

Ο τρόπος ζωής ενός αγρότη είναι εντελώς ξένος σε αυτόν ενός κατοίκου της πόλης

3. με άγνοια, ξένος, -η, -ο προς αυτό, μη συνειδητοποιημένος, -η, -ο για κάτι,

era ajeno a los problemas que nos ocasionó,

ήταν ξένος= με άγνοια στα προβλήματα που μας προκάλεσε

4. ξένος προς= στερούμενος, -η, -ο, απαλλαγμένος, -η, -o, ajeno de prejuicios,

απαλλαγμένος από προκαταλήψεις

5. διαφορετικός, -ή, -ó, mi punto de vista es muy ajeno a lo tuyo,

η οπτική μου είναι πολύ διαφορετική από την δική σου

6. ξένος, -η, -ο προς αυτόν, αταίριαστος, -η, -ο, ajeno a su carácter,

ξένο προς τον χαρακτήρα του

7. εκφ, estar ajeno de sí, στέκει ξένος από τον εαυτό του= είναι στον κόσμο του

enajenar πρχ εν-αχεναρ> απο-ξενώνω ή εν-αλλοιώνω, αλλάζω την κατάσταση

1. ρμ, απο-ξενώνω, αλλοιώνω ψυχικά κάποιον= εξοργίζω, τρελαίνω,

la ira lo enajenó, η οργή τον έβγαλε εκτός εαυτού

El dolor estaba enajenando a Jaime y tuvo que tomarse varios calmantes,

Ο πόνος τρέλαινε τον Χάιμε και χρειάστηκε να πάρει αρκετά παυσίπονα

2. μτφ, μαγεύω, συναρπάζω, la guitarra le enajena, η μουσική τον μαγεύει

3. νομ, απαλλοτριώνω ιδιοκτησία, αγαθά, μεταβιβάζω, εκχωρώ,

La anciana decidió enajenar su casa a su hijo antes de morir,

Η ηλικιωμένη γυναίκα αποφάσισε να μεταβιβάσει το σπίτι της στον γιο της πριν πεθάνει

Los titulares de tierras otorgadas por el rey tenían el libre derecho de enajenarlas,

Οι ιδιοκτήτες με γαίες παραχωρημένες από τον βασιλιά είχαν το ελεύθερο δικαίωμα να τις απαλλοτριώσουν

4. ραντ, απο-ξενώνομαι με κάποιον, ψυχραίνομαι, enajenarse la amistad de alguien ψυχραίνονται οι φιλικές σχέσεις με κάποιον

5. enajenarse de, αποξενώνομαι από, enajenarse de la sociedad civil,

αποξενώνομαι από την κοινωνία

6. μαγεύομαι, συναρπάζομαι, Los amantes del arte se enajenan con la belleza de Florencia,

Οι λάτρεις της τέχνης μαγεύονται με την ομορφιά της Φλωρεντίας

7. τρελαίνομαι, Como claustrofóbica, me enajenaría si me quedara encerrada en un ascensor, Ως κλειστοφοβική, θα τρελαινόμουνα αν έμενα κλεισμένη σε ασανσέρ

enajenación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του enajenar, enajenarse

2. νομ, απαλλοτρίωση σε αγαθά, ιδιοκτησία

ή ανταλλαγή, μεταβίβαση, εκχώρηση, διάθεση, πώληση

3. σνθ, enajenación mental, διανοητική διαταραχή

enajenamiento 1. α, enajenación

enajenante 1. ε, πρχ εν-αλλάσσων ψυχικά κάποιον= διαταράσσων, -ουσα, -ον

2. α θ, νομ, εν-αλλάσσων αγαθά, ιδιοκτησία= εκχωρητής, -ια, διαθέτης, πωλητής, -ια

enajenable 1. ε, νομ, εν-αλλάξιμος= μεταβιβάσιμος, -η, -o, εκχωρητέος, -η, -o

algo 1. πρχ αλ-γκο> άλλο κάτι= κάτι, ¿algo más? (θέλετε) κάτι άλλο;

¿te pasa algo? σου συμβαίνει κάτι;

deben de ser las 3 y algo πρέπει να είναι 3 και κάτι

2. μτθ, αλ-γο> λίγο, με πρόθεση de, habla algo de griego, μιλάει λίγο Ελληνικά

había algo más de 100 personas, υπήρχαν λίγο ή κάτι περισσότερο από χίλια άτομα

¿puedes prestarme algo de dinero? μπορείς να μου δανείσεις λίγο χρήμα;

3. εκφ, algo así, algo por el estilo, κάτι τέτοιο

algo es algo, κάτι είναι κι αυτό

creerse algo, νομίζει τον εαυτό του για κάτι= περνιέται για σημαντικός

darle algo a alguien, οικ, να δώσει κάτι σε κάποιον= θα πάθω τίποτα,

¡a mí me va a dar algo! εμένα θα μου δώσει κάτι= θα πάθω τίποτα!

que sigas estudiando tanto, te va a dar algo,

αν συνεχίσεις να μελετάς τόσο θα πάθεις τίποτα

encontrar algo mejor, βρίσκω κάτι καλύτερο

ganarse algo a pulso, να κερδηθεί κάτι με παλάμη= κερδίζω με την αξία μου,

¡se lo ha ganado a pulso! το κέρδισε με την αξία του!

irle a alguien algo mejor, να του πάει σε κάποιον κάτι καλύτερα

más vale algo que nada, πιο πολύ αξίζει λίγο από τίποτα= κάλλιο πέντε και στο χέρι

meter algo en la cabeza, βάζω κάτι= βάζω καλά στο κεφάλι μου

mirar algo de arriba abajo, ορώ= το κόβω κάτι απ’ απάνω μέχρι κάτω

mirar algo de través, ορώ κάτι στραβά= λοξοκοιτάζω

poner algo en claro, θέτω κάτι σε καθαρό= ξεκαθαρίζω κάτι

poner algo en duda, αμφισβητώ κάτι

por algo, για κάποιο λόγο

por algo será, για κάτι θα γίνεται= θα υπάρχει κάποιος λόγος

ser algo, να γίνει κάτι, κάποιος, quiere llegar a ser algo, θέλει να γίνει κάποιος

ser algo así como, είναι κάτι έτσι όπως> σαν αυτό, es algo así como la paella en España,

είναι κάτι όπως, αντίστοιχο με την παέγια στην Ισπανία

ya es algo, κάτι είναι κι αυτό

algo 1. επρ, λίγο, pude comer algo, μπόρεσα να φάω λίγο

está algo lejos, είναι λίγο μακριά

es algo astuto, είναι λίγο πονηρός

2. α, un algo, ένα κάτι, κατι-τίς, tiene un algo que me resulta familiar,

έχει κάτι που μου φαίνεται οικείο

alguien 1. αντωνυμία αόριστη, πρχ αλλον= καποιον, κάποιος, κάποια, κάποιο, κανένας, κανείς, καμία, καμιά, κανένα, ¿hay alguien ahí? είναι κανείς εκεί;

¿me ha llamado alguien? μου τηλεφώνησε κανείς;

2. εκφ, creerse alguien, νομίζει τον εαυτό του για κάποιον, περνιέται για σπουδαίος,

se cree alguien en esta compañia, περνιέται για κάποιος σε αυτή την εταιρεία

ser alguien, είμαι κάποιος, quiere ser alguien en la vida,

θέλει να γίνει κάποιος, κάτι σημαντικό στη ζωή του

alguno, na, πριν από ουσιαστικό αρσενικό γίνεται algún

1. ε, σε επιβεβαιωτική ή ερωτηματική φράση, κάποιος, -α, -o,

¿quiere algún libro en especial? θέλετε κάποιο βιβλίο συγκεκριμένο;

en algún lugar, σε κάποιο μέρος

si tienes alguna duda, αν έχεις κάποια αμφιβολία

ή κάτι, καμιά, dame alguna cosa para comer, δώσε μου κάτι να φάω

¿has estado en Grecia alguna vez? έχεις πάει καμιά φορά στην Ελλάδα;

2. μερικός, -ή, -ό, vendrá algunos días después, θα έρθει μερικές μέρες μετά

algunas veces me gusta pasear, μερικές φορές μου αρέσει να περιπατώ

3. μετά από ουσιαστικό, σε αρνητική φράση, κανένας, καμία, κανένα,

en modo alguno podemos admitirlo, με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να το δεχτούμε

no tiene gracia alguna, δεν έχει καμία χάρη= δεν είναι καθόλου αστείο

4. αντωνυμία, για άτομο, κανείς, ¿alguno sabe conducir? ξέρει κανείς να οδηγάει;

¿alguno de vosotros sabe el teléfono de Juan? κάποιος από εσάς ξέρει το τηλ του Χουάν;

5. για πράγμα, ¿quieres alguno? θέλεις κάποιο;

algunοs de los aparatos no funcionan, κάποιες από τις συσκευές δεν λειτουργούν

6. για ποσότητα αόριστη, αλλά μετριασμένη, pasaron algunos años, πέρασαν κάποια χρόνια

ultra πρχ αλλο-τερος= άλλου άκρου, που κινείται, είναι στο άκρο, και σαν πρόθεμα σημαίνει υπερ-, ακρο-

1. ε, α θ, ακραίος, -α, -o, εξτρεμιστικός, -ή, -ó, ακραίο άτομο, εξτρεμιστής,

Tu primo tiene unas opiniones políticas muy ultra,

Ο ξάδερφος σου έχει πολύ ακραίες πολιτικές απόψεις

2. α θ, ακροδεξιός, -ά, Un grupo de ultras vandalizó el edificio de la alcaldía ayer,

Μια ομάδα ακροδεξιών βανδάλισε το κτίριο του δημαρχείου χθες

3. αθλ, φανατικός, -ή

ultras sur 1. ε, πδφ, που είναι φανατικός οπαδός της Ρεάλ Μαδρίτης

2. α θ, φανατικός οπαδός της Ρεάλ Μαδρίτης

ultracorto, ta 1. ε, υπερ-βραχύς, -εία, -ύ

ultraísmo 1. α, λγτ, ουλτραϊσμός

ultraísta 1. ε, α θ, λγτ, ουλτράϊστικός, -ή, -ó, ουλτραϊστής

ultraortodoxo, xa 1. ε, α θ, υπερ-ορθόδοξος, -η, -o

ultrarreligioso, sa 1. ε, υπερ-θρησκευόμενος, -η, -ο

ultravirus 1. α, βιο, διηθητός ιός

utrero, ra 1. α θ, πρχ ετερο 2-3 ετών= μοσχαράκι μεταξύ δύο και τριών ετών

ulterior 1. ε, αλλό-τερος χρονικά= μεταγενέστερος, -η, -o, κατοπινός, -ή, -ó

ulteriormente 1. επρ, μεταγενέστερα, κατόπιν

ultrajar 1. ρμ, πρχ ουλ-τραχαρ> μιλώ-(με)τραχύ τρόπο σε κάποιον ή αλλότερα> ακραία= προσβάλλω, υβρίζω, Los que se atrevan a ultrajar mi honor serán castigados,

Όσοι τολμήσουν να προσβάλουν την τιμή μου θα τιμωρηθούν

2. βεβηλώνω, Tres anarquistas fueron arrestados por ultrajar la bandera nacional,

Τρεις αναρχικοί συνελήφθησαν επειδή βεβήλωσαν την εθνική σημαία

ultrajante 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ό, υβριστικός, -ή, -ό

ultraje 1. α, προσβολή, ύβρις

ultranza, a ultranza 1. εκφ, ακραία, καθ’ υπερβολή

último, ma πρχ, μτθ, ουλ-τιμο> τε-λείω-μα = τελευταίο σε χρόνο, χώρο

1. ε, τελευταίος, -α, -o, πρόσφατος, -η, -o, mi último libro, το τελευταίο μου βιβλίο

2. σε σειρά, προηγούμενος, -η, -o, lo dije en la última reunión,

το είπα στην προηγούμενη συνέλευση

3. τελευταίος, -α, -ο, έσχατος, -η, -ο, τελικός, -ή, -ó, οριστικός, -ή, -ό,

es mi última palabra, είναι η τελευταία μου λέξη,

es el ultimo de la clase, είναι o τελευταίος μαθητής

es su última decisión, είναι η τελική του απόφαση

4. σε χώρο, απομακρυσμένος, -η, -o, hasta el último pueblo tiene ya acceso a Internet,

μέχρι και το πιο απομακρυσμένο χωριό έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο

5. εκφ, a la última, με την τελευταία λέξη της μόδας

¡es lo último! είναι το τελευταίο, το μόνο που, ¡es lo último que me faltaba por oír!

αυτό μόνο μου έλειπε να ακούσω!

por último, τέλος

último, ma 1. α θ, τα τέλη σε κάτι

2. εκφ, a últimos de mes, στα τέλη του μήνα

estar en las últimas, οικ, για θάνατο, είμαι στα τελευταία μου

ή μτφ, σε εσχάτη κατάσταση= έχω ζόρια

ή για χρήμα, προμήθειες, είμαι στα τελειώματα, απένταρος

penúltimo, ma 1. ε, α θ, πρχ πεν-ουλτιμο> πριν-τελείωμα= προ-τελευταίος, -α, -o,

llegó el penúltimo, έφτασε ο προτελευταίος

perdí el pasaporte el penúltimo día de mis vacaciones,

έχασα το διαβατήριο μου την προτελευταία μέρα των διακοπών μου

antepenúltimo, – ma 1. ε, α θ, αντι-προ-τελευταίος, -α, -ο,

el viernes es el antepenúltimo día de la semana,

η Παρασκευή είναι η αντι-προ-τελευταία μέρα της εβδομάδας

ultimar 1. ρμ, δίνω τελείωμα= τελειώνω κάτι, ολοκληρώνω, ultimar unas negociaciones,

τελειώνω κάποιες διαπραγματεύσεις

Los arquitectos están ultimando los detalles del proyecto de refacción,

Οι αρχιτέκτονες ολοκληρώνουν τις λεπτομέρειες του έργου ανακαίνισης

2. καταλήγω σε συμφωνία, οριστικοποιώ, acaba de ultimar un trato con los Griegos,

μόλις κατέληξε σε συμφωνία με τους Έλληνες

ya han ultimado el documento de venta, έχουν ήδη οριστικοποιήσει το έγγραφο πώλησης

ultimación 1. θ, τελείωμα σε κάτι, ολοκλήρωση, αποπεράτωση

2. οριστικοποίηση, κατάληξη σε συμφωνία

últimamente 1. επρ, πριν λίγο καιρό, χρόνο, τελευταία, εσχάτως, προσφάτως

2. τέλος, τελικά

ultimátum 1. α, τελεσίγραφο, Ana le dio un ultimátum a su novio por su comportamientο,

Η Άνα έδωσε τελεσίγραφο στον φίλο της λόγω της συμπεριφοράς του

2. εκφ, dirigir, lanzar un ultimátum, δίνω τελεσίγραφο

Scroll to Top