OXIDAR= ΠΡΧ ΟΞΥΔΩΝΩ, ΟΞΥ, ΠΡΧ ΑΣΕΤΟΝ Ή ΑΚΕΤΟΝΗ> ΟΞΥ-ΓΟΝΟ,
ΠΡΧ ΑΚΕΔΑΡ> ΑΠΟ ΑΚΙΔΑ> ΟΞΥ, ΡΙΖΑ ΑΚ-Ρ-> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΞΥ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
acedar πρχ ακιδ-ιζω
1. ρμ, ραντ, ξινίζω, οξύνω, δίνω οξεία γεύση, El calor acedó la leche, Η ζέστη ξίνισε τη γάλα
La leche se acedará si no la metes en la nevera,
Το γάλα θα ξινίσει αν δεν το βάλεις στο ψυγείο
Ηas acedado la ensalada con tanto vinagre, έχεις οξύνει τη σαλάτα με τόσο ξύδι
2. οξύνεται για φυτό= κιτρινίζω, αρρωσταίνω, Las plantas se acedaron,
Τα φυτά κιτρίνισαν
3. μτφ, ξινίζω, μουτρώνω, οξύνω, la noticia le acedó durante toda la semana,
η είδηση τον ξίνισε για όλη την εβδομάδα
la enfermedad acedó su carácter, η αρρώστια όξυνε τον χαρακτήρα του
acedera 1. θ, οξαλίδα
acederón 1. α, μεγάλη οξαλίδα
acedía 1. θ, ξινίλα, στυφάδα
2. καούρα, la acedía es un reflujo esofágico acompañado de pirosis,
Η καούρα είναι μια οισοφαγική παλινδρόμηση συνοδευομένη από πύρωση
3. για φυτό= κιτρίνισμα
4. μτφ, ξινίλα, τραχύτητα στην συμπεριφορά
acedo, da πρχ ακιδωτός
1. ε, για γεύση, ξινός, -ή, -ó, στυφός, -ή, -ó,
Este vino tiene un sabor acedo y yo, la verdad, prefiero los dulces,
Αυτό το κρασί έχει μια ξινή γεύση και εγώ, η αλήθεια, προτιμώ τα γλυκά κρασιά
2. μτφ, για άτομο, ξινός, -ή, -ό, τραχύς, -ιά, -ύ, Roberto tiene mal genio y carácter acedo,
Ο Ρομπέρτο έχει κακή ιδιοσυγκρασία και ξινό χαρακτήρα
acérrimo, ma πρχ ακεριμο> ακριμα> ακροτατος> οξύτατος
1. ε, για γεύση, πολύ στυφός, -ή, -ó
2. για άτομο με οξύτατη, ακραία στάση προς κάτι, ισχυρός, -ή, -ó, φανατικός, -ή, -ó
acérrimo partidario, φανατικός οπαδός
acérrima opositora, φανατική αντίπαλος
3. άσπονδος, -η, -ο, Los dos tenistas solían entrenar juntos, pero ahora son rivales acérrimos
Οι δύο τενίστες προπονούνταν μαζί, αλλά τώρα είναι άσπονδοι αντίπαλοι
4. ένθερμος, -η, -ο, Soy un defensor acérrimo de los derechos de los animales,
Είμαι ένθερμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων των ζώων
5. πικρόχολος, -η, -ο, πολύ τραχύς, -ειά, -ύ
acerbo, ba 1. ε, για γεύση, μυρωδιά, ξινός, -ή, -ó, στυφός, -ή, -ó, πικρός, -ή, -ό,
jarabe acerbo, σιρόπι πικρό
2. μτφ, οξύς, -εία, -ύ, πικρόχολος, -η, -o, δριμύς, -εία, -ύ, καυστικός, -ή, -ό,
Algunos críticos acerbos hicieron trizas la obra,
Μερικοί οξείς κριτικοί έκαναν κομμάτια το έργο
le hizo un acerbo comentario, του έκανε ένα πικρόχολο σχόλιο
acerbidad 1. θ, για γεύση, ξινότητα, στυφότητα
2. οξύτητα, ξινότητα, για άτομο
acescencia 1. θ, οξίνιση
acescente 1. ε, πρχ ακιδίζων= προσβλημένος, -η, -ο από οξίνιση
Aceta 1. α, χημ, ακετάλη
acetaldehído 1. α, χημ, ακεταλδεΰδη
acetato 1. α, χημ, οξική ένωση
acetificar 1. ρμ, χημ, οξειο-ποιώ= οξινίζω
acetificación 1. θ, χημ, οξειο-ποίηση= οξίνιση
acético, ca 1. ε, χημ, οξικός, -ή, -ó, οξεϊκός, -ή, -ó
acetilar 1. ρα, χημ, ακετυλίζω= κάνω ακετυλίωση
acetilación 1. θ, χημ, ακετυλίωση
acetilénico, ca 1. ε, χημ, ακετυλικός, -ή, -ó
acetileno 1. α, χημ, ακετυλένιο, ασετυλίνη
acetilo 1. α, χημ, ακετύλιο
acetilsalicílico, ca 1. ε, χημ, ακετυλοσαλικυλικός, -ή, -ó
acetimetría 1. θ, οξυμετρία
acetímetro 1. α, οξύμετρο
acetocelulosa 1. θ, χημ, οξική κυτταρίνη
acetol 1. α, χημ, ακετόλη
acetona 1. θ, ιατ, χημ, ακετόνη, ασετόν
acetonemia 1. θ, ιατ, κετοναιμία
acetonuria 1. θ, ιατ, κετονουρία
acetosa 1. θ, βοτ, οξυ-λάπαθο
acetoso, sa 1. ε, χημ, ξινώδες, -ης, -η, ξινός, -ή, -ó
ácido 1. α, χημ, οξύ
2. οικ, LSD, ελ-ες-ντι, Eric tomó ácido en la fiesta, Ο Έρικ πήρε LSD στο πάρτι
biácido, da 1. ε, (αμ)φι-ακιδο= με δύο ακίδες, χημ, δισόξινος, -η, -o, διοξεικός, -ή, -ό
biácido 1. α, διοξ(ε)ίδιο
triácido 1. α, τρι-όξινη ένωση
ácido, da πρχ ακιδωτός
1. για γεύση, ποτό, ουσία, φρούτο, οξικός, -ή, -ó, όξινος, -η, -o, ξινός, -ή, -ó,
el gusto ácido del limón, η ξινή γεύση του λεμονιού
La salsa estaba muy ácida y estropeó el pescado,
Η σάλτσα ήταν πολύ όξινη και χάλασε το ψάρι
2. μτφ, δριμύς, -εία, -ύ, καυστικός, -ή, -ό, πικρόχολος, -η, -o
Tus comentarios ácidos no ayudan en absoluto,
Τα πικρόχολα σου σχόλια δεν βοηθούν καθόλου
acidez 1. θ, για τρόφιμο, ουσία, ξινίλα, οξύτητα
2. για στομάχι, καούρα, λόγω οξύτητας
3. μτφ. για άτομο. ξινίλα, δυσαρέσκεια.
4. σνθ, acidez de estómago, στομαχική καούρα
acidífero, ra 1. ε, πρχ ακιδο-φόρο= που περιέχει οξύ
acidificable 1. ε, πρχ ακιδο-ποιήσιμο= που μπορεί να υποστεί οξίνιση
acidificación 1. θ, χημ, πρχ ακιδο-ποίηση= οξίνιση
acidificante 1. ε, ακιδο-ποιητικός= οξιντικός, -ή, -ό
2. α, οξιντικό, μέσο οξίνισης
acidificar 1. ρμ, πρχ ακιδο-ποιώ = οξινίζω, οξύνω
acidimetría 1. θ, πρχ ακιδο-μετρία= οξυμετρία
acidímetro 1. α, πρχ ακιδό-μετρο= οξύμετρο
desacidificar 1. ρμ, χημ, απ-ακιδο-ποιώ= εξουδετερώνω οξέα
acidólisis 1. θ, ακιδό-λυση= υδρόλυση οξέος
acidómetro 1. α, ακιδό-μετρο= μετρητής οξύτητας
acidorresistente 1. ε, ακιδο-ανθεκτικός= με ανθεκτικότητα στις αντιδράσεις οξέων
acidosis 1. θ, ιατ, ακίδοσις= οξέωση
acidulante 1. α, ακιδοτικό= οξοποιητικό
acidular 1. ρμ, ακιδίζω= ξινίζω
acídulo, la 1. ε, ακιδωτός= ξυνούτσικος, -η, -o
acre πρχ με άκρα= ακίδες
1. ε, για γεύση, οσμή, οξύς, -εία, -ύ, έντονος, -η, -ο,
En el sótano había un olor acre, como de algún producto con amoniaco,
Υπήρχε μια έντονη μυρωδιά στο υπόγειο, σαν κάποιο προϊόν αμμωνίας
2. μτφ, για άτομο οξύς, -εία, -ύ, καυστικός, -ή, -ό, δηκτικός, -ή, -ό, δριμύς, -εία, -ύ,
El líder de la oposición hizo una crítica acre de la política del gobierno
Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης άσκησε δριμεία κριτική για την κυβερνητική πολιτική
palabras acres, καυστικά σχόλια
acrílico, ca 1. ε, ακρυλικός, -ή, -ó
acrílico 1. α, ακρυλικό
acrimonia 1. θ, για γεύση, μυρωδιά, στυφότητα, πίκρα
2. μτφ, δηκτικότητα, καυστικότητα, πικρία
"No esperaba visitas hoy. ¿Quién te invitó?", dijo Esteban con acrimonia,
«Δεν περίμενα επισκέψεις σήμερα. Ποιος σε προσκάλεσε;» είπε ο Εστεμπάν με δηκτικότητα acrimonioso, sa 1. ε, δηκτικός, -ή, -ό, δριμύς, -εία, -ύ, οξύς, -εία, -ύ
acritud πρχ ακρότητα
1. θ, οξύτητα
2. μτφ, δηκτικότητα, καυστικότητα
3. πικρία, Lucio habla con acritud de su época en la universidad,
Ο Λούτσιο μιλάει με πικρία για την εποχή του στο πανεπιστήμιο
4. βαναυσότητα, Lord Hamilton trataba a sus criados con innecesaria acritud,
Ο Λόρδος Χάμιλτον φερόταν στους υπηρέτες του με περιττή βαναυσότητα
agracejina 1. θ, βοτ, πρχ ακρο-ακίδα= οξυάκανθος
agracejo 1. α, βοτ, βερβερίδα, οξυάκανθος
2. πρχ αγουρίδα
agraceño, ña 1. ε, ακροξινός, -ή, -ó σαν αγουρίδα
agracera 1. θ, αγουριδιέρα= σκεύος στο οποίο φυλάσσεται ο χυμός της αγουρίδας
agraz 1. α, πρχ αγραθ= αγουρίδα
2. χυμός άγουρου σταφυλιού
agrazar 1. ρα, πρχ αγριζω= έχω ξινή γεύση
2. ρμ, ξινίζω κάποιον, δυσαρεστώ
agrazón 1. α, αγουρίδα
agrura 1. θ, ξινίλα για γεύση
2. πρχ ακρ-ουρα= γκρεμός, απόκρημνη πλαγιά
agrete 1. ε, άγριος σε γεύση, στυφός, -ή, -ó
agriado, da 1. ε, για γάλα, κρασί, αγριεμένο= ξινισμένος, -η, -o
2. για σάλτσα, χαλασμένος, -η, -o
3. για χαρακτήρα, ξινός, -ή, -ó
agriamente πρχ αγρίως
1. επρ, με τραχύτητα, απότομα, άγρια, για συμπεριφορά, απάντηση
2. με πικρία ψυχική
agriar πρχ αγρίζω
1. ρμ, ξινίζω, χαλάω γεύση, Los limones estaban viejos y agriaron la ensalada,
Τα λεμόνια ήταν παλιά και ξίνισαν τη σαλάτα
2. για γάλα, σάλτσα, κρασί, χαλάω, ξινίζω
3. μτφ, χαλάω, ξινίζω, Un malentendido agrió la relación entre los dos vecinos,
Μια παρεξήγηση χάλασε την σχέση μεταξύ των δύο γειτόνων
4. ραντ, για τρόφιμο, γάλα, σάλτσα, ξινίζω
5. γίνομαι πικρόχολος, -η, Nestor era muy simpático, pero se ha agriado mucho últimamente
Ο Νέστωρ ήταν πολύ συμπαθητικός, αλλά έχει γίνει πολύ πικρόχολος τελευταία
agridulcemente 1. επρ, αγριο-ηδύς= αγριο-γλυκα, σε γλυκόπικρο τόνο
agrio, agria
1. ε, ξινός, -ή, -ó, el limón y el vinagre tienen un sabor agrio,
Το λεμόνι και το ξύδι έχουν μια ξινή γεύση
2. μτφ, ξινός, -ή, -ó, πικρόχολος, -η, -o, δυσάρεστος, -η, -o,
El carácter agrio del viejo molesta a sus compañeros,
Ο ξινός χαρακτήρας του ηλικιωμένου ενοχλεί τους συντρόφους του
3. για έδαφος, άγριος, -α, -ο, τραχύς, -ιά, -ύ
5. για τιμωρία, ταλαιπωρία, δυσβάσταχτος, -η, -o, σκληρός, -ή, -ό
agrios 1. α πλ, ξινά, εσπεριδοειδή
agrilla 1. θ, βοτ, οξαλίδα, ξινολάπαθο
anatoxina 1. θ, ανατοξίνη
anoxia 1. θ, ιατ, ανοξία
cetona 1. θ, χημ, κετόνη
desoxidar πρχ απ-οξειδώνω
1. ρμ, για μέταλλα, ξε-σκουριάζω
2. χρησιμοποιώ γνώσεις ξεχασμένες, ξεσκουριάζω, φρεσκάρω το μυαλό,
he tenido que desoxidar mis conocimientos de matemáticas,
Έπρεπε να φρεσκάρω τις μαθηματικές μου γνώσεις
3. χημ, απ-οξειδώνω
desoxidación 1. θ, απ-οξείδωση= ξεσκούριασμα για μέταλλα
2. χημ, αποξείδωση
desoxidante 1. ε, για μέταλλα αντισκωριακός, -ή, -ó
2. χημ, αποξειδωτικός, -ή, -ó
3. α, αντισκωριακό
4. χημ, αποξειδωτικό
desoxigenar 1. ρμ, χημ, αποξυγονώνω, desoxigenar el aire, αφαιρώ το οξυγόνο του αέρα
desoxigenación 1. θ, χημ, αποξυγόνωση
dióxido 1. α, χημ, διοξείδιο
2. σνθ, dióxido de carbono, διοξείδιο του άνθρακα
dioxina 1. θ, χημ, διοξίνη
bióxido 1. α, χημ, διοξείδιο
2. σνθ, bióxido de carbono διοξείδιο του άνθρακα
dopa 1. θ, χημ, ιατ, Dopa
dopaje 1. α, ντοπάρισμα
dopamina 1. θ, ντοπαμίνη
dopar 1. ρμ, ντοπάρω
2. ραντ, ντοπάρομαι
doping 1. α, ντοπάρισμα, ντόπινγκ
endotoxina 1. θ, ενδοτοξίνη
exacerbar 1. ρμ, παροξύνω, νευριάζω, εξαγριώνω, εξοργίζω,
Las fiestas de los vecinos exacerban a mi papá porque no puede dormir,
Τα πάρτι των γειτόνων εξοργίζουν τον μπαμπά μου επειδή δεν μπορεί να κοιμηθεί
La impuntualidad exacerba a mi madre, Η ασυνέπεια νευριάζει τη μητέρα μου
2. οξύνω σχέση, El ataque aéreo exacerbó el conflicto entre los países enemigos,
Η αεροπορική επιδρομή όξυνε τη σύγκρουση μεταξύ των εχθρικών χωρών
3. οξύνω, ερεθίζω μια αρρώστια, επιδεινώνω, La falta de higiene exacerbó la enfermedad,
Η έλλειψη υγιεινής όξυνε την ασθένεια
4. ραντ, οξύνομαι, ερεθίζομαι ψυχικά, εξαγριώνομαι, εξοργίζομαι, εκνευρίζομαι,
La señora se exacerbó con los gritos de los niños,
Η κυρία εξοργίστηκε με τις κραυγές των παιδιών
5. επιδεινώνομαι, El problema de contaminación va a exacerbarse si no empezamos a actuar
Το πρόβλημα της ρύπανσης θα επιδεινωθεί αν δεν αρχίσουμε να δρούμε
exacerbamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του exacerbar
2. παρόξυνση, παροξυσμός, εκνευρισμός
3. όξυνση σε αρρώστια, ερεθισμός, επιδείνωση
exacerbación 1. θ, exacerbamiento
exacerbado, da 1. ε, ερεθισμένος, -η, -ο, οξυμένος, -η, -ο
2. ερεθισμένος, -η, -ο, για αρρώστια, οξυμένος, -η, -ο
exotoxina 1. θ, βιο, εξω-τοξίνη
grosella 1. θ, βοτ, πρχ γρο-σελα> αγριο-στάφυλλο= καρπός φραγκοστάφυλο
grosellero 1. α, βοτ, πρχ αγριο-σταφυλλιά= φραγκοσταφυλιά
inoxidable 1. ε, ανοξείδωτος, -η, -ο
monoácido, da 1. ε, χημ, μονοξείδιος, -α, -o
monóxido 1. α, μονοξείδιο
2. σνθ, monóxido de carbono, μονοξείδιο του άνθρακα
oxalato 1. α, χημ, οξαλικό
oxálico, ca ε χημ οξαλικός, -ή, -ó.
oxálida 1. θ, βοτ, οξαλίδα
oxalidáceas 1. θ πλ, οξαλιδίδες
oxhídrico, ca 1. ε, χημ, πρχ οξ-υδρικό (φλόγα) οξυγόνου-υδρογόνου
oxhidrilo, oxidrilo 1. α, χημ, οξ-υδρίλιο= υδροξύλιο
oxiacetilénico, ca 1. ε, οξυ-ακετυλινικός, -ή, -ó
oxiacetileno 1. α, οξυακετυλίνη
oxicarbonado, da 1. ε, οξυ-καρβουνο= οξυ-ανθρακικός, -ή, -ó
oxicelulosa 1. θ, οξυ-κυτταρίνη
oxidoruro 1. α, οξυ-χλωρίδιο
oxicorte 1. α, τχν, οξυ-κοπία= οξυγονοκοπή, κοπή με φλόγα οξυγόνου
oxidar 1. ρμ, οξειδώνω, El vinagre puede oxidar un metal rápidamente,
Το ξίδι μπορεί να σκουριάσει ένα μέταλλο γρήγορα
2. ραντ, οξειδώνομαι, σκουριάζω, Los tornillos de mi bici se oxidaron y los tuve que cambiar,
Οι βίδες του ποδήλατου μου σκούριασαν και αναγκάστηκα να τις αλλάξω
3. μτφ, σκουριάζω λόγω απραξίας, Si no practicas tu alemán, te vas a oxidar,
Αν δεν εξασκήσεις τα γερμανικά σου, θα σκουριάσεις
4. ρμ, ραντ, χημ, οξειδώνω, οξειδώνομαι, Esta sustancia puede oxidar el ácido clorhídrico,
Αυτή η ουσία μπορεί να οξειδώσει το υδροχλωρικό οξύ
oxidación 1. θ, οξείδωση
2. πράξη και αποτέλεσμα του oxidar, oxidarse
oxidado, da 1. ε, οξειδωμένος, -η, -o φυσικά
2. μτφ, για γνώσεις, σκουριασμένος, -η, -o
oxidable 1. ε, οξειδωτικός, -ή, -ό
oxidante 1. ε, οξειδωτικός, -ή, -ó
2. α, οξειδωτικό
oxidasa 1. θ, οξυδάση
óxido 1. α, σκωρία, σκουριά
2. χημ, οξείδωση
oxidorreducción 1. θ, οξειδο-αναγωγή
oxígeno 1. α, οξυγόνο
oxigenar 1. ρα, οξυγονώνω
2. ραντ, οξυγονώνομαι, παίρνω αέρα, οξυγόνο
oxigenación 1. θ, οξυγόνωση
oxigenado, da 1. ε, οξυγονωμένος, -η, -o
superoxigenado, da 1. ε, υπερ-οξυγονωμένος, -η, -o
oxigenoterapia 1. θ, ιατ, οξυγονο-θεραπεία
oxihemoglobina 1. θ, οξυ-αιμο-γλόμπινη= οξυ-αιμο-σφαιρίνη
oxilita 1. θ, οξύλιθος
oximetría 1. θ, οξυ-μετρία
oxipétalo 1. α, βοτ, οξυπέταλο
oxiuro 1. α, ζωλ, οξύ-ουρος
paroxismo 1. α, παροξυσμός
paroxístico, ca 1. ε, παροξυντικός, -ή, -ó
oxítono, na 1. ε, γρμ, οξύτονος, -η, -o
paroxítono, na 1. ε, γλγ, ποι, παροξύτονος, -η, o
proparoxítono, na 1. ε, γλγ, ποι, προπαροξύτονος, -η, -o
proparoxítona 1. θ, γλγ, προπαροξύτονη
peroxidar 1. ρμ, υπερ-οξειδώνω
peróxido 1. α, υπερ-οξείδιο
poliácido, da 1. ε, πολυόξινος, -η, -o
poliácido 1. α, πολυοξύ
protóxido 1. α, πρωτοξείδιο
trióxido 1. α, τριοξείδιο
subacetato 1. α, υποξικό
superoxidar 1. ρμ, υπερ-οξειδώνω
superoxidación 1. θ, υπερ-οξείδωση
metacrilato 1. α, μεθ-ακρυλική ένωση