OTOÑO= ΠΡΧ ΑΤΟΝΩ ΣΕ ΖΕΣΤΗ> ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
otoño 1. α, περίοδο που ατονεί η ζέστη= φθινόπωρο
2. αγρ, φθινοπωρινό χορτάρι
3. μτφ, τρίτη ηλικία, γεράματα, el otoño de su vida, το φθινόπωρο της ζωής
otoñada 1. θ, φθινοπωρινή περίοδος
otoñal 1. ε, φθινοπωρινός, -ή, -ó, sol otoñal, φθινοπωρινός ήλιος
El diseñador presentó su colección otoñal,
Ο σχεδιαστής παρουσίασε τη φθινοπωρινή του συλλογή
2. μτφ, για άτομο τρίτης ηλικίας, γέρικος, -η, -ο
3. α θ, μτφ, ηλικιωμένος, -η, γέρος, γριά
otoñar 1. ρα, περνάω το φθινόπωρο, Suelo otoñar en Barcelona,
Συνηθίζω να περνάω το φθινόπωρο στη Βαρκελώνη
2. πρχ βλ-ασταίνει το χορτάρι σε μέρος, Estas hierbas reposan en verano y otoñan luego,
Αυτά τα βότανα ξεκουράζονται το καλοκαίρι και μετά βλασταίνουν το φθινόπωρο
3. ραντ, για έδαφος, μαλακώνω από τις βροχές
retoñar, retoñecer 1. ρα, βοτ, για φυτό, πρχ περι-βλα-σταίνω= ξανα-βλασταίνω
Los arbustos en el jardín ya retoñaron, Οι θάμνοι στον κήπο έχουν ήδη αναβλάστησαν
2. μτφ, για πρόβλημα, κατάσταση, ξανα-βγαίνω, επανεμφανίζομαι
El dolor de cabeza retoñó con el cambio de estaciones,
Ο πονοκέφαλος επανεμφανίστηκε με την αλλαγή των εποχών
retoño 1. α, βοτ, βλαστός, βλαστάρι
2. μτφ, οικ, για παιδί, βλαστάρι
autumnal 1. ε, φθινοπωρινός, -ή, -ό