OTOMΑΝΟ

OTOMΑΝΟ= ΠΡΧ ΟΘΩΜΑΝΟΣ

otomán 1. α, ύφασμα καμουχάς

otomano, na 1. ε, οθωμανικός, -ή, -ó

2. α θ, Οθωμανός, Οθωμανή

otomana 1. θ, καναπές ottoman

Scroll to Top