ORGULLO= ΠΡΧ ΟΡΓΟΥΛΙΟ> ΕΓΕΡΣΗ ΨΥΧΙΚΗ> ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
orgullo μτθ οργουλιο> έγερση ψυχική= υπερηφάνεια, αλαζονεία
1. α, αρνητική υπερηφάνεια, υπεροψία, αλαζονεία, debes moderar un poco tu orgullo,
πρέπει να μετριάσεις λίγο την υπεροψία σου
2. θετική υπερηφάνεια, καμάρι, tu éxito ha llenado de orgullo a tus padres,
η επιτυχία σου έχει γεμίσει με υπερηφάνεια τους γονείς σου
ser el orgullo de, είμαι το καμάρι του, Esta ciudad es el orgullo de nuestro país,
Αυτή η πόλη είναι το καμάρι της χώρας μας
3. αυτοεκτίμηση, περηφάνια, al decirle aquello heriste su orgullo,
με το να του πεις εκείνο πλήγωσες την αυτοεκτίμηση του
4. εκφ, no caber en sí de orgullo, reventar de orgullo, σκάει από περηφάνια
picarle a alguien el orgullo, θίγω την περηφάνια κάποιου
tragarse el orgullo, καταπίνω την περηφάνιά μου
orgulloso, sa 1. ε, θετικά υπερήφανος, -η, -o, está muy orgulloso del ascenso,
είναι πολύ περήφανος για την προαγωγή
estoy muy orgulloso de ti, είμαι πολύ περήφανος για σένα
2. ψωρο-περήφανος, -η, -ο, υπεροπτικός, -ή, -ó, una chica orgullosa,
μια κοπέλα ψωροπερήφανη
3. α θ, περήφανο άτομο
4. ψωρο-περήφανος, -η
orgullosamente 1. επρ, περήφανα, με υπερηφάνεια
enorgullecer 1. ρμ, κάτι ή κάποιος προκαλεί έγερση ψυχική= γεμίζει με υπερηφάνεια, κολακεύω, Ernesto enorgulleció a sus padres cuando se recibió de médico,
Ο Ερνέστο έκανε τους γονείς του περήφανους όταν αποφοίτησε ως γιατρός,
tu éxito nos enorgullece, η επιτυχία σου μας κάνει περήφανους
2. ραντ, enorgullecerse de, περηφανεύομαι, είμαι περήφανος για κάτι,
me enorgullezco de mi familia, είμαι περήφανος για την οικογένεια μου
enorgullecimiento 1. α, υπερηφάνεια
enorgullecedor, ra 1. ε, που δίνει υπερηφάνεια