ORFEO= ΠΡΧ ΟΡΦΕΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Orfeo 1. ονο, μυθ, Ορφέας
2. εκφ, Orfeo y Eurídice, Ορφέας και Ευρυδίκη
orfeón 1. α, μσκ, χορωδιακός σύλλογος
orfeonista 1. α θ, μέλος χορωδιακού, μουσικού συλλόγου
órfico, ca 1. ε, ορφικός, -ή, -ό
orfismo 1. α, ορφισμός