ORIGEN= ΠΡΧ ΟΡΙΧΕΝ> ΑΡΧΗΝ, ΠΡΧ ΑΒ-ΟΡΙΓΕΝΕΣ> ΑΠ-ΑΡΧΗΝ= ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ, ΝΤΟΠΙΟΙ,
ΠΡΧ ΟΡΘΟΣ= ΑΝΑΤΟΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
orto 1. α, αστρ, πρχ ορθό= ανατολή ηλίου ή ουρανίου σώματος
orogénesis, orogenia 1. θ, γωλ, ορεογένεση, ορεογονία
orografía 1. θ, ορεογραφία
orometría 1. θ, ορεομετρία
oréade, oreada 1. θ, μυθ, ορειάδα
orégano 1. α, βοτ, ρίγανη
origen πρχ οριχεν> αρχήν
1. α, αρχή, γέννηση, αιτία για κάτι, el origen de este fracaso está en la falta de previsión,
η αιτία για αυτή την αποτυχία βρίσκεται στην έλλειψη της πρόβλεψης
Los epidemiólogos están buscando el origen del brote,
Οι επιδημιολόγοι αναζητούν την αρχή της επιδημίας
2. καταγωγή ατόμου, προέλευση πράγματος, este vino es de origen francés,
αυτό το κρασί είναι προέλευσης γαλλικής
Mi esposa es de origen español, Η γυναίκα μου είναι ισπανικής καταγωγής
3. μέσο οικονομικό ή μέρος που γεννιέται κάποιος, καταβολή, υπόβαθρο,
sus padres son de origen humilde, οι γονείς του είναι απο καταβολή ταπεινή
Nadie debe juzgarte por tus orígenes, Κανείς δεν πρέπει να σε κρίνει από την καταβολή σου
4. εκφ, dar origen a, δίνω λαβή για, προκαλώ, sus palabras han dado origen a sospechas
τα λόγια του έδωσαν λαβή για υποψίες
ή αρχίζω= δημιουργώ, esta idea dio origen a la actual compañia,
αυτή η ιδέα δημιούργησε την σημερινή εταιρεία
desde sus orígenes, από τις απαρχές, καταβολές του
envasado en origen, εμφιαλωμένο στην πηγή, agua mineral envasada en origen,
φυσικό μεταλλικό νερό εμφιαλωμένο στην πηγή
tener su origen en, έχω τις ρίζες μου σε, προέρχομαι από
original 1. ε, σχετικό με την αρχή, αιτία, αρχικός, -ή, -ό, προερχόμενος, -η, -ο,
El tomate es original de América del Sur, Η ντομάτα είναι προερχόμενη από Νότια Αμερική
causa original, αιτία αρχική
2. για γλώσσα έργου, αρχικός, -ή, -ό, αυθεντικός, -ή, -ó, película en versión original,
ταινία σε αυθεντική έκδοση
3. πρωτότυπος, -η, -o, πρωτοποριακός, -ή, -ό, Creo que llenar las piscinas con agua de mar es una idea original para ahorrar agua potable, Νομίζω ότι το γέμισμα των πισινών με θαλασσινό νερό είναι μια πρωτοποριακή ιδέα για την εξοικονόμηση πόσιμου νερού
4. πρωτότυπος, -η, -o, εκκεντρικός, -ή, -ό, peinado original, χτένισμα πρωτότυπο,
Quiere ser original, pero ese vestido viejo la hace verse ridícula,
Θέλει να είναι πρωτότυπη, αλλά αυτό το παλιό φόρεμα την κάνει να φαίνεται γελοία
5. αυθεντικός, -ή, -ό, πρωτότυπος, -η, -o, en la biblioteca se conserva el manuscrito original, στην βιβλιοθήκη διατηρείται το αυθεντικό χειρόγραφο,
Necesito que me mandes el certificado original y dos fotocopias compulsadas,
Χρειάζομαι να μου στείλετε το πρωτότυπο πιστοποιητικό και δύο επικυρωμένα φωτοαντίγραφα
6. α θ, για άτομο, με αρχές δικές του= ιδιαίτερο, ιδιόρρυθμο άτομο
7. α, πρωτότυπο έργο, πρώτη έκδοση, posee varios originales en su biblioteca,
έχει στην κατοχή του αρκετές πρώτες εκδόσεις
8. πρωτότυπο έγγραφο σε κάτι, hay que entregar tres copias y el original,
πρέπει να παραδώσετε τρεις φωτοτυπίες και το πρωτότυπο
9. τυπ, πρωτότυπο
10. εκφ, saber una persona de buen original una cosa, ξέρω από πρώτο χέρι κάτι,
lo que te digo es verdad, lo sé de buen original,
αυτό που σου λέω είναι αλήθεια, το ξέρω από πρώτο χέρι
originalidad 1. θ, ιδιότητα του original, αυθεντικότητα
2. πρωτοτυπία, La película destaca por su humor y su originalidad,
Η ταινία ξεχωρίζει για το χιούμορ και την πρωτοτυπία της
originalmente 1. επρ, πρωτότυπα, viste muy originalmente, ντύνεται πολύ πρωτότυπα
2. εξαρχής, αρχικά, el partido estaba originalmente previsto para el mes de marzo,
το παιχνίδι ήταν αρχικά προγραμματισμένο για τον μήνα Μάρτη
originar πρχ αρχίζω κάτι
1. ρμ, γίνομαι αρχή σε κάτι, αιτία που το προκαλεί, δημιουργώ,
Una chispa en el circuito eléctrico originó el incendio en el edificio,
Μια σπίθα στο ηλεκτρικό κύκλωμα άρχισε την φωτιά στο κτίριο
la falta de salud le ha originado muchos problemas,
η έλλειψη υγείας του έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα,
Estoy leyendo la novela que originó la película,
Διαβάζω το μυθιστόρημα που ήταν η αιτία, από το οποίο προήλθε η ταινία
2. ραντ, έχει αρχή κάτι, αρχίζει, ξεκινά, el fuego se originó en el desván,
η φωτιά άρχισε στην σοφίτα
El fascismo se originó en Italia como respuesta al marxismo,
Ο φασισμός ξεκίνησε στην Ιταλία ως απάντηση στον μαρξισμό
3. προέρχομαι, κατάγομαι, ¿cómo se originó la vida en la Tierra?
πώς προήλθε η ζωή στη Γη;
originario, ria 1. ε, που αρχίζει κάτι, αρχικός, -ή, -ό, πρωταρχικός, -ή, -ό,
hay que descubrir la causa originaria de este problema,
πρέπει να ανακαλυφθεί η αρχική αιτία αυτού του προβλήματος
2. προερχόμενο από μέρος, καταγόμενος, -η, -o, esta costumbre es originaria de China,
αυτός ο μύθος είναι καταγόμενος απο την Κίνα
originariamente 1. επρ, αρχικά, πρωταρχικά, πρωτογενώς
aborigen πρχ απ-αρχόμενο ή αβορίγινες= λαός ιθαγενών
1. ε, α θ, ντόπιος, -α, -o, ιθαγενής, -ής, -ές, αυτόχθων
aborígenes isleños, ιθαγενείς νησιώτες
2. γλγ, ιθαγενής, -ής, -ές lenguas precolombinas o aborígenes,
προκολομβιανές ή ιθαγενείς γλώσσες.
oriundo, da πρχ οριουντο> άρχοντας σε μέρος ή με αρχή από κάπου
1. ε, καταγόμενος, -η, -o, su madre es oriunda de Cádiz,
η μητέρα του είναι καταγόμενη από το Κάντιθ
2. α θ, αυτόχθων, ντόπιος, -α, γηγενής
oriundez 1. θ, καταγωγή, προέλευση
orientalismo 1. α, οριενταλισμός
orientalista 1. ε, α θ, που αναφέρεται στον οριενταλισμό, οριενταλιστής, -ια
orientalizar 1. ρμ, οριενταλίζω= προσδίδω ανατολίτικα στοιχεία
oriente πρχ οριεντε> αρχίζων> αρχή ηλίου= ανατολή
1. α, σημείο ορίζοντα ανατολή, ανατολικά, el sol sale por oriente,
o ήλιος βγαίνει από την ανατολή
habrá tempestades en el oriente del país,
θα υπάρξουν καταιγίδες στα ανατολικά της χώρας
2. σύνολο χωρών προς ανατολή, Ανατολή, los países de Oriente οι χώρες της Ανατολής
3. λάμψη για πέρλα
4. σνθ, Cercano Oriente, Εγγύς Ανατολή
Extremo, Lejano Oriente, Άπω Ανατολή
Gran Oriente, Μεγάλη Ανατολή
Oriente Medio, Μέση Ανατολή
Oriente Próximo, Εγγύς Ανατολή
oriental 1. ε, ανατολίτικος, -η, -o, costumbres orientales, ανατολίτικα έθιμα
2. ανατολικός, -ή, -ó, filosofia oriental, ανατολική φιλοσοφία
3. α θ, για άτομο, Ανατολίτης, -ισσα
orientar πρχ ορίζω μια πορεία, θέση, από οριενταλ> προσ-ανατολίζω
1. ρμ, προσανατολίζω, στρέφω, θέτω προς, κατευθύνω, han orientado la casa hacia el Este,
έχουν προσανατολίσει το σπίτι προς την Ανατολή
Orienta la luz del reflector al portón de entrada,
Στρέψε το φως του προβολέα προς την πύλη εισόδου
2. ρμ, ραντ, προσανατολίζω θέση, κατεύθυνση προς τα σημεία του ορίζοντα,
no sabe orientarse sin brújula, δεν ξέρει να προσανατολιστεί χωρίς πυξίδα
3. ρμ, μτφ, ραντ, μτφ, προσανατολίζω, καθοδηγώ κάποιον,
en la agencia me orientaron sobre las mejores rutas de la región,
στο πρακτορείο με προσανατόλισαν σχετικά τις καλύτερες πορείες της περιοχής
El ayudante de cátedra me orientó en mi investigación,
Ο βοηθός καθηγητή με καθοδήγησε στην έρευνά μου
4. ρμ, ραντ, προσανατολίζω, κατευθύνω, εστιάζω το ενδιαφέρον, συμπεριφορά, πράξεις μου προς τα κάπου, Orientaremos todo nuestro esfuerzo a crear un futuro mejor,
Θα κατευθύνουμε όλη την προσπάθεια μας για να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο μέλλον,
finalmente se ha orientado hacia la pediatría,
τελικά έχει προσανατολιστεί, κατευθυνθεί προς την παιδιατρική
orientación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του orientar, orientarse,
προσανατολισμός πράγματος στον χώρο, esta habitación tiene una orientación hacia el Sur,
αυτό το σπίτι έχει προσανατολισμό προς τον Νότο
2. μτφ, προσανατολισμός, συμβουλή, κατεύθυνση για να κάνω κάτι, καθοδήγηση,
antes de montar el negocio, pidió orientación a un amigo economista,
προτού στήσει το μαγαζί, ζήτησε κατεύθυνση από ένα οικονομολόγο
3. προσανατολισμός, κατεύθυνση πράγματος, es la orientación de la antena,
ο προσανατολισμός της κεραίας
4. μτφ, προσανατολισμός ιδεολογικός, este partido tiene una clara orientación de izquierdas
αυτό το κόμμα έχει ένα σαφής προσανατολισμό Αριστερό
5. σνθ, orientación pedagógica, profesional σχολικός, επαγγελματικός προσανατολισμός orientación sexual, σεξουαλικός προσανατολισμός
orientativo, va 1. ε, που δίνει μια ιδέα για κάτι, προσανατολιστικός, -ή, -ό,
κατευθυντήριος, -α, -ο, este precio es solo orientativo,
αυτή η τιμή είναι μόνο κατευθυντήρια
orientado, da 1. ε, προσανατολισμένος, -η, -o, una casa orientada al oeste,
σπίτι με δυτικό προσανατολισμό
orientador, ra 1. ε, προσανατολιστικός, -ή, -ό, που προσανατολίζει
2. α θ, σύμβουλος προσανατολισμού
3. σνθ, orientador psicológico, ψυχολογικός σύμβουλος
desorientar πρχ απο-προσ-ανατολίζω
1. ρμ, ραντ, αποπροσανατολίζω στον χώρο, sus indicaciones me desorientaron,
οι οδηγίες του με αποπροσανατόλισαν
El anciano se desorientó y no sabe cómo regresar a su casa,
Ο ηλικιωμένος αποπροσανατολίστηκε και δεν ήξερε πώς να επιστρέψει στο σπίτι
2. ρμ, ραντ, μτφ, αποπροσανατολίζω στο μυαλό, μπερδεύω, πελαγώνω, συγχέω,
mi intervención lo desorientó, η παρέμβαση μου τον αποπροσανατόλισε, μπέρδεψε
El profesor nos desorientó porque no presentó los eventos en orden cronológico,
Ο καθηγητής μας μπέρδεψε γιατί δεν παρουσίασε τα γεγονότα με χρονολογική σειρά
3. ρμ, αποπροσανατολίζω, παραπλανώ όποιον με ακολουθεί, καταδιώκει,
el ladrón consiguió desorientar al policía,
ο κλέφτης κατάφερε να αποπροσανατολίσει τον αστυνομικό
desorientación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του desorientar, αποπροσανατολισμός
2. σνθ, desorientación profesional, επαγγελματικός αποπροσανατολισμός
desorientado, da 1. αποπροσανατολισμένος, -η, -o, χαμένος, -η, -o σε χώρο, completamente desorientado en el monte, εντελώς χαμένος στο βουνό
2. μτφ, στο μυαλό, συγκεχυμένος, -η, -ο, μπερδεμένος, -η, -ο, πελαγωμένος, -η, -o,
estoy completamente desorientado, no sé qué hacer con mi hijo,
είμαι εντελώς πελαγωμένος, δεν ξέρω τι να κάνω με τον γιό μου
reorientar 1. ρμ, ραντ, επαναπροσανατολίζω την κίνηση, κατεύθυνση σε κάτι,
reorientar el tráfico, επαναπροσανατολίζω την κίνηση
2. ρμ, μτφ, reorientar la política internacional, επαναπροσανατολίζω την διεθνή πολιτική
El gobierno debería reorientar su política,
Η κυβέρνηση θα πρέπει να επαναπροσανατολίσει την πολιτική της
3. ρμ, ραντ, επαναπροσανατολίζω, αναπροσανατολίζομαι σε καριέρα, ζωή, ενδιαφέρον
Tras el divorcio tuve que reorientar mi vida,
Μετά το διαζύγιο έπρεπε να επαναπροσανατολίσω τη ζωή μου
reorientación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του reorientar, επαναπροσανατολισμός
orzar 1. ρα, ναυ, κατευθύνω την πλώρη προς τον άνεμο, ορτσάρω
orza πρχ ορθό, μτθ ορθα> πι-θάρι
1. θ, μικρό δοχείο με μορφή πιθαριού
2. ναυ, τρόπιδα, καρίνα
3. για κίνηση, όρτσα, los marineros se prepararon para la orza,
οι ναυτικοί ετοιμάστηκαν για όρτσα, να πλεύσουν προς τον άνεμο
orzada 1. θ, ναυ, όρτσα
aborujar 1. ρμ, πρχ αβορουχαρ> κ-ουβαριάζω άτακτα
rondón, de rondón 1. εκφ, επρ, οικ, πρχ σαν ρόδα που κυλά= απροειδοποίητα, απρόσμενα, entrar de rondón, μπαίνω απροειδοποίητα
abortar πρχ απ-ορθίζω ή απ-αρτίζω κάτι= κόβω την όρθωση> αρχή, αιτία
πρχ απορταρ> ξε-πορτάρω> πετάω έξω, πρχ αμ-πορταρ> απο-τρέπω
1. ρα, κάνω άμβλωση, έκτρωση, Todo el mundo le decía que era muy joven para ser madre y que debería abortar, Όλοι της έλεγαν ότι ήταν πολύ μικρή για να γίνει μητέρα και ότι έπρεπε να κάνει έκτρωση
2. αποβάλλω μωρό, Es bastante común abortar en el primer trimestre de gestación,
Είναι αρκετά συνηθισμένο να αποβάλλεις κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
3. απ-ορθίζω> δεν στέκομαι = αποτυγχάνω, ματαιώνομαι, ακυρώνομαι,
la conspiración abortó, η συνωμοσία απέτυχε,
Hubo que abortar el proyecto por falta de fondos,
Έπρεπε να ακυρωθεί το έργο λόγω έλλειψης χρηματοδότησης
4. πλφ, ματαιώνω, διακόπτω
5. ρμ, ιατ, αποτρέπω, los antibióticos abortaron la infección,
τα αντιβιοτικά απέτρεψαν τη μόλυνση
6. αποτρέπω, la policía abortó el intento de fuga,
η αστυνομία απέτρεψε την απόπειρα φυγής
7. ακυρώνω, ματαιώνω, El piloto abortó el despegue, Ο πιλότος ματαίωσε την απογείωση
aborto 1. α, έκτρωση, άμβλωση, practicaba el aborto ilegal,
πραγματοποιούσε παράνομες αμβλώσεις
2. αποβολή μωρού
3. αποτροπή πράξης, διαδικασίας, el aborto de la revolución,
η αποτροπή της επανάστασης
4. α, οικ, μτφ, για άτομο, πράγμα, έκτρωμα
5. σνθ, aborto espontáneo, ιατ, αυτόματη αποβολή
aborto provocado, ιατ, τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης
aborto terapéutico, ιατ, άμβλωση για ιατρικούς λόγους
6. εκφ, tener un aborto, έχω μια αποβολή, αποβάλλω,
mi mujer tuvo un aborto, η γυναίκα μου απέβαλε
abortista 1. ε, αμβλωτικός, -ή, -ό, που είναι υπέρ των αμβλώσεων
2. για ιατρό, κλινική, αμβλωτικός, -ή, -ό, που πραγματοποιεί αμβλώσεις
3. για παρέμβαση, αμβλωτικός, -ή, -ό, που προκαλεί άμβλωση
4. α θ, οπαδός της νομιμοποίησης της άμβλωσης
5. για ιατρό, νοσοκόμα, αμβλωτιστής, -ια, που πραγματοποιεί αμβλώσεις
abortivo, va 1. ε, για ουσία, αμβλωτικός, -ή, -ó, pildora abortiva, αμβλωτικό χάπι
abortivo 1. α, αμβλωτικό
abortón 1. α, δέρμα αρνιού που γεννήθηκε πρόωρα
artuña 1. θ, προβατίνα που χάνει το μικρό της στη γέννα