OREJA

OREJA= ΠΡΧ ΟΡΕΧΑ> ΩΡΙΛΑΣ> ΩΤΟ-ΡΙΝΟ-ΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΟΣ= ΑΥΤΙ, ΠΡΧ ΑΥΣ, ΩΤΑ= ΑΥΤΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

otalgia 1. θ, ιατ, ωταλγία

otálgico, ca 1. ε, ιατ, ωταλγικός, -ή, -ó

otitis 1. θ, ιατ, ωτίτιδα

otoción 1. α, ζωλ, ωτοκύων

otolito 1. α, ιατ, ωτόλιθος

otología 1. θ, ιατ, ωτολογία

otólogo, ga 1. α θ, ιατ, ωτολόγος

otorragia 1. θ, ιατ, ωτορραγία

otorrea 1. θ, ιατ, ωτόρροια

otorrino, na 1. α θ, ιατ, ΩΡΛ, ωτορινολαρυγγολόγος

otorrinolaringología 1. θ, ιατ, ωτορινολαρυγγολογία

otorrinolaringólogo, ga 1. α θ, ιατ, ωτορινολαρυγγολόγος

otoscopía 1. θ, ιατ, ωτοσκόπια, ωτοσκόπηση

otoscopio 1. α, ιατ, ωτοσκόπιο

parótida 1. θ, ανα, παρωτίδα

parotiditis 1. θ, ιατ, παρωτίτιδα

aurícula 1. θ, ανα, λοβός αυτιού

2. βοτ, ηράνθεμο

auriculado, da 1. ε, ανα, βοτ, ωτοειδής, -ής, -ές

auricular πρχ ωρι-(κου)-λα> του αυτιού

1. ε, αυτιικός, -ή, -ό, του αυτιού, pabellón auricular, πτερύγιο του αυτιού

2. μτφ, σαν αυτί> του κόλπου καρδιάς, κολπικός, -ή, -ó, sístole auricular, κολπική συστολή

3. α, ακουστικό τηλεφώνου, No escucho tono de marcado cuando levanto el auricular,

Δεν ακούω τόνο κλήσης όταν σηκώνω το ακουστικό

4. μτφ, μικρό δάχτυλο χεριού

5. ε, μτφ, πολύ μικρός, σαν αυτάκι

auriculares 1. α πλ, ακουστικά για κεφάλι

Si el volumen de los auriculares es alto, no oirá los sonidos del exterior

Αν η ένταση των ακουστικών σας είναι υψηλή, δεν θα ακούτε εξωτερικούς ήχους

2. σνθ, auriculares inalámbricos, ασύρματα ακουστικά

auriculoventricular 1. ε, ανα, κολπο-κοιλιακός, -ή, -ό

monoaural 1. ε, μονο-φωνικός, -ή, -ó

auscultar πρχ αους-κουλταρ> με το αυτι-καλύπτω

1. ρμ, ιατ, ακροάζομαι ασθενή, auscultó a un paciente con problemas cardiacos,

ακροάστηκε ένα ασθενή με καρδιακά προβλήματα

2. μτφ, αφουγκράζομαι γνώμη, μια υπόθεση, εξετάζω, εξερευνώ, βολιδοσκοπώ,

σαν να ακροάζομαι, auscultamos su parecer sobre la situación política actual,

εξετάσαμε την γνώμη του σχετικά με την τωρινή πολιτική κατάσταση

auscultación 1. θ, ιατ, ακρόαση

oreja πρχ ωριλάς= αυτί

1. θ, αυτί, le duelen las orejas, τον πονούν τα αυτιά

ή αίσθηση ακοής, pon la oreja, a ver si te enteras de lo que están diciendo,

στήσε αυτί να δούμε αν πιάνεις τι λένε

2. μτφ, αυτί πολυθρόνας ή χερούλι, λαβή κανάτας, δίσκου, σκεύους,

oreja de sillón, de vasija

coge la cazuela por las orejas, πιάσε την κατσαρόλα από τα αυτιά> χερούλια

3. γλώσσα παπουτσιού, oreja de zapato

4. σνθ, oreja de abad, μαγ, είδος κρέπας

oreja de mar, marina, ζωλ, αυτί της Θάλασσας, αχιβάδα, αλιώτις

orejas de soplillo, οικ, μτφ, πεταχτά αυτιά (πρχ σουφλέ)

5. εκφ, agachar, bajar las orejas, οικ, μτφ, σε διαφωνία, σκύβω το αυτί= κεφάλι, υποχωρώ aguzar las orejas, σε ζώο, τεντώνω τα αυτιά, ή μτφ, τεντώνω τα αυτιά

apearse por las orejas, οικ, μτφ, πρχ απεαρσε> να ξε-πιαστώ= πέφτω από άλογο

ή να πετάξω από τα ορεχα> ωραία= να πετάξω χαζομάρα, κοτσάνα, άσχετο

aplastar, planchar la oreja, οικ, μτφ, πρχ πλαταίνω το αυτί> πέφτω για ύπνο

hacer orejas de mercader, μτφ, αυτιά εμπόρου= κάνω πως δεν ακούω, κάνω τον κουφό

mojar la oreja, οικ, μτφ, μουσκεύω τα αυτιά= ψάχνομαι για καβγά

poner las orejas coloradas a alguien, οικ, τραβάω τα αυτιά κάποιου

tirar a alguien de las orejas, επιπλήττω= τραβάω τα αυτιά κάποιου

ή σε γενέθλια, τράβηγμα αυτιών για να τον συγχαρείς στα γενέθλιά

untar la oreja con saliva a alguien, οικ, ψάχνω αφορμή για καυγά

ver a alguien la oreja, οικ, βλέπω τις προθέσεις κάποιου

ver las orejas al lobo, μτφ, βλέπω τα αυτιά στον λύκο= βλέπω τον κίνδυνο να πλησιάζει

asomar, descubrir, enseñar las orejas, οικ, δείχνω το πραγματικό πρόσωπο, προθέσεις μου calentar a alguien las orejas, οικ, μτφ, ρίχνω γερή κατσάδα σε κάποιον

comer la oreja a alguien, οικ, παίρνω τα αυτιά κάποιου προσπαθώντας να τον πείσω

con las orejas gachas, caídas, οικ, με την ουρά στα σκέλια, με πεσμένα τα φτερά

cortar una oreja, ταυ, κόβω ένα αυτί

de oreja a oreja, μέχρι τα αυτιά, llegó con una sonrisa de oreja a oreja,

έφτασε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά

orejear 1. ρα, για ζώο, κουνώ τα αυτιά

2. για άτομο, σαν με αυτιά κάτω, κάνω κάτι χωρίς όρεξη και αναγκαστικά, δυστροπώ,

orejeaba cuando tenía que estudiar, δυστροπούσε όταν έπρεπε να μελετήσει

orejera πρχ αυτ-ιερα 1. θ, ωτ-ασπίδα, αυτί κασκέτου,

en invierno usa una gorra de lana con orejeras,

το χειμώνα χρησιμοποιεί ένα κασκέτο μάλλινο με αυτί

2. μτφ, αυτί πολυθρόνας, orejera de sillón

3. μτφ, υνί αρότρου, la orejera del arado, το αυτί του αρότρου

4. σκουλαρίκι σε αυτί, ενώτιο

orejón, ona 1. ε, οικ, αυτιάς= με μεγάλα αυτιά, ¡qué niño tan orejón!

τι παιδί τόσο αυτιάς!

un perro orejón, ένας σκύλος με μεγάλα αυτιά

orejón 1. α, μτφ, αποξηραμένο κομμάτι γιαρμά ή άλλου φρούτου, orejón de melocotón

2. οικ, αυτιάς, για άτομο, ζώο με μεγάλα αυτιά

3. στρ, μτφ, σώμα που βγαίνει από το πλευρό ενός προμαχώνα που έχει επεκταθεί

orejudo, da 1. ε, με μεγάλα αυτιά

2. α θ, αυτιάς, άτομο, ζώο με μεγάλα αυτιά

orejudo 1. α, ζωλ, ωτο-νυχτερίδα

orejuela 1. θ, μτφ, αυτί δοχείου, μικρό χερούλι

2. ανα, κόλπος

desorejado, da 1. ε, οικ, πρχ δεν-έχει αυτιά= δεν ακούει τίποτα, ξεδιάντροπος, -η, -ο,

ή πρχ ντες-ορεχαδο> αντ-αρχος> δεν έχει αρχές ηθικές

2. για κανάτα, χωρίς αυτί> χερούλι, ξε-χερουλιασμένος, -η, -ο, una jarra desorejada,

μια κανάτα χωρίς χερούλι

3. ταυ, ξε-αυτιασμένος, toro desorejado, ταύρος με κομμένα τα αυτιά

4. α θ, μτφ, ξε-αυτιασμένος, -η, σαν κάθαρμα, παλιοθήλυκο, eres un desorejado,

είσαι ένα κάθαρμα

desorejar 1. ρμ, κόβω τα αυτιά, Los asesinos primero lo desorejaron,

Οι δολοφόνοι πρώτα του έκοψαν τα αυτιά

orchilla 1. θ, βοτ, ροκέλλα η βαφική, ορκέλλη

orvalle 1. α, βοτ, αγριοφασκομηλιά

Scroll to Top