ORCA

ORCA= ΠΡΧ ΟΡΚΑ, ΠΡΧ ΤΑ ΟΡΚ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ,

ΗΧΜ ΟΓΚΡΟ> ΑΟΥΓΚ Ή ΑΡΟΥΓΚΑΛΟΣ, ΠΡΧ ΑΓΡΙΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

orca 1. θ, ζωλ, όρκα, σπαθοδέλφινο, φάλαινα δολοφόνος

orco 1. α, λγτ, οικ, κόλαση

2. ζωλ, όρκα, σπαθοδέλφινο, φάλαινα δολοφόνος

ogro, gresa 1. α θ, πρχ ογρο> άγριος ή σαν όρκα μεγάλος= μυθικός γίγαντας που έτρωγε σάρκα, τέρας, θηρίο,

los ogros de los cuentos infantiles, οι γίγαντες των παιδικών ιστοριών

2. α θ, πρχ ογρο> άγριος= αγριάνθρωπος, άτομο ακοινώνητο, απολίτιστος, άξεστος, σκληρός στη συμπεριφορά του, 

mi padre es un ogro, aunque tiene buen corazón, 

Ο πατέρας μου είναι αγριάνθρωπος, αν και έχει καλή καρδιά

Scroll to Top