ODA= ΠΡΧ ΩΔΗ, ΩΔΕΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
oda 1. θ, ωδή, una oda al amor, μια ωδή στον έρωτα
2. σνθ, oda corta, μικρή ωδή
odalisca 1. θ, οδαλίσκη
odeón 1. α, ωδείο
monodia 1. θ, μονωδία
palinodia 1. θ, λογ, παλινωδία
2. εκφ, cantar la palinodia, παλινωδώ, λέω και ξελέω
parodia 1. θ, παρωδία, una parodia de la obra de Vega, μια παρωδία του έργου του Βέγκα aquello fue una parodia de justicia, αυτό ήταν μια παρωδία δικαιοσύνης
parodiar 1. ρμ, παρωδώ, διακωμωδώ, la película parodia las comedias románticas,
η ταινία παρωδεί τις ρομαντικές κωμωδίες
paródico, ca 1. ε, παρωδιακός, -ή, -ό, διακωμωδών, -ούσα, -όν, που παρωδεί
parodista 1. α θ, άτομο που γράφει παρωδίες
prosodia 1. θ, γρμ, λγτ, προσωδία
prosódico, ca 1. ε, γρμ, λγτ, προσωδιακός, -ή, -ó