OCÉANO

OCÉANO= ΠΡΧ ΩΚΕΑΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Oceanía 1. ονο, Ωκεανία

oceánida 1. θ, μυθ, ωκεανίδα

océano 1. α, ωκεανός

2. μτφ, ωκεανός, πλήθος, El músico callejero estaba rodeado por un océano de gente,

Ο μουσικός του δρόμου ήταν περικυκλωμένος από έναν ωκεανό ανθρώπων

3. σνθ, el océano Atlántico, o Ατλαντικός Ωκεανός

el océano (Glacial) Antártico, o Νότιος Παγωμένος Ωκεανός

el océano (Glacial) Artico, o Αρκτικός Ωκεανός

el océano Indico, o Ινδικός Ωκεανός

el océano Pacífico, o Ειρηνικός Ωκεανός

oceanografía 1. θ, ωκεανογραφία

oceanógrafico, ca 1. ε, ωκεανογραφικός, -ή, -ó

oceanógrafo, fa 1. α θ, ωκεανογράφος

oceanología 1. θ, ωκεανολογία

oceanario 1. α, ωκεανογραφικό μουσείο

oceánico, ca 1. ε, ωκεάνιος, -α, -o

2. της Ωκεανίας.

interoceánico, ca 1. ε, δια-ωκεανικός, -ή, -ό, που ενώνει δύο ωκεανούς

transoceánico, ca 1. ε, υπερ-ωκεάνιος, -α, -o

oceanicultura 1. θ, υδατοκαλλιέργεια στον ωκεανό

Scroll to Top