OFICIO

ΟFICIO= ΠΡΧ ΟΦΙΚΙΟ> ΑΞΙΩΜΑ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

οficio πρχ οφίκιο= αξίωμα, εργασία ή ο-φισιο> να φιάκσω> φιάξη, και οι ιδιότητες τους

1. α, επάγγελμα, es un oficio muy difícil, είναι ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα

tiene el oficio de bombero, έχει> ασκεί το επάγγελμα του πυροσβέστη,

είναι πυροσβέστης στο επάγγελμα

2. εργασία, δουλειά, Es mi oficio saber las leyes de este estado,

Είναι δουλειά μου να γνωρίζω τους νόμους αυτού του κράτους

El oficio de la empresa es de llevar a cabo estudios de mercado,

Η δουλειά της εταιρείας είναι να διεξάγει έρευνα αγοράς

3. επιστολή, ειδοποίηση, γνωστοποίηση για έγγραφα δημόσια,

El juez envió un oficio a la Secretaría de Relaciones Exteriores exhortando una clarificación,

Ο δικαστής απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Εξωτερικών ζητώντας διευκρινίσεις

4. θρη, λειτουργία, ακολουθία, ιεροτελεστία, El oficio se celebra a las 10 am,

Η λειτουργία τελείται στις 10 π.μ.

5. σνθ, oficio de difuntos, νεκρώσιμη ακολουθία

oficio manual, χειρωνακτική εργασία

5. εκφ, el oficio más viejo del mundo, το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου

el Santo οficio, η Ιερά Εξέταση

desempeñar mi oficio, εκτελώ την εργασία, τα καθήκοντα μου

hacer su oficio, κάνω τη δουλειά μου

machacando se aprende el oficio, ματσακόνοντας μαθαίνεται το επάγγελμα=

εξασκώντας μαθαίνεται η δουλειά,

no hay oficio malo, δεν υπάρχει δουλειά κακή, η δουλειά δεν είναι ντροπή

no tener oficio ni beneficio, οικ, δεν έχω δουλειά, ούτε όφελος= είμαι άεργος

tener mucho oficio, έχω πολύ οφίκιο = έχω πολύ πείρα στο επάγγελμα

buenos oficios, καλά οφίκια> καλή διαχείριση, κινήσεις,

consiguió el trabajo gracias a los buenos oficios de su tío,

πήρε τη δουλειά χάρη στις καλές κινήσεις του θείου του

oficial, la πρχ με οφίκιο> αξίωμα ή που μαθαίνει οφίκιο ή πως να φιάξει

1. α θ, ειδικευμένος εργάτης, μαθητευόμενος, -η, εργαζόμενος, -η

2. δημόσιος υπάλληλος

3. αστυφύλακας, αστυνομικός, La oficial me puso una multa por exceso de velocidad,

Η αστυνομικός μού έδωσε κλήση για υπερβολική ταχύτητα

4. στρ, αξιωματικός

5. α, θρη, ιερουργός, που πράττει λειτουργία

6. σνθ, oficial administrativo, διοικητικό στέλεχος

oficial de albañil, οικοδόμος

oficial de costura, μαθητευόμενος ράφτης

oficial electricista, ηλεκτρολόγος

oficial al mando, στρ, αξιωματικός με γενικό πρόσταγμα

oficial de complemento, στρ, έφεδρος αξιωματικός

oficial de guardia, στρ, αξιωματικός βάρδιας, επιφυλακής

oficial de semana, στρ, αξιωματικός υπηρεσίας για μια εβδομάδα

oficial mayor, ανώτερος διοικητικός υπάλληλος

suboficial 1. α θ, στρ, υπαξιωματικός

oficialía 1. θ, δημόσια υπαλληλική θέση

oficialidad 1. θ, με οφικι-ότητα> χαρακτήρα επίσημο, επισημότητα

2.στρ, σώμα αξιωματικών, σύνολο αξιωματικών

οficialismo 1. α, οπαδοί του κυβερνών κόμματος

oficial 1. ε, επίσημος, -η, -o, noticia oficial, επίσημη είδηση,

titulo oficial, επίσημος τίτλος

2. δημόσιος, -α, -ο, Este examen se realiza tanto en escuelas oficiales como privadas,

Αυτή η εξέταση διεξάγεται τόσο σε δημόσια όσο και σε ιδιωτικά σχολεία

3. εκπ, για μαθητή, εγγεγραμμένος, -η, -o ή για σχολείο, εγκεκριμένος, -η, -ο

oficialmente 1. επρ, επισήμως, επίσημα

extraoficial 1. ε, εκτός οφικίου= αν-επίσημος, -η, -ο

extraoficialmente 1. επρ, αν-επίσημα

οficiar 1. ρμ, κοινοποιώ, γνωστοποιώ είδηση, πληροφορία

2. ιερουργώ, τελώ λειτουργία, el funeral fue oficiado por un sacerdote amigo de la familia,

Η κηδεία τελέστηκε από έναν ιερέα φίλο της οικογένειας

3. ρα, θρη, ιερουργώ, λειτουργώ

4. εκφ, oficiar de, λειτουργώ ως, εκτελώ χρέη σε μια δουλειά,

ofició de celestina entre la pareja, λειτούργησε ως προξενήτρα μεταξύ του ζευγαριού

οficiante 1. ε, α, θρη ιερουργικός, -ή, -ó, ιερουργός

oficioso, sa πρχ χωρίς οφίκιο> άνευ επισημότητας

1. ε, ανεπίσημος, -η, -o, La comisión no emitirá una declaración oficial, sino solamente una opinión oficiosa, Η επιτροπή δεν θα εκδώσει επίσημη δήλωση, αλλά μόνο μια ανεπίσημη γνώμη

2. πρχ που πράττει το οφίκιο του καλά ή ευ-φιακτος= πρόθυμος, -η, -o,

Me gustó el restaurante. La comida es excelente, y el personal muy oficioso,

Μου άρεσε το εστιατόριο. Το φαγητό είναι εξαιρετικό και το προσωπικό πολύ πρόθυμο

3. άνευ οφικίου> εργασίας= άκαιρος, -η, -ο, ακατάλληλος, -η, -ο,

Amanda es un poco oficiosa, siempre te ofrece ayuda cuando nadie se la pide,

Η Αμάντα είναι λίγο άκαιρη, πάντα σου προσφέρει βοήθεια όταν κανείς δεν της τη ζητάει

οficiosidad 1. θ, ανεπισημότητα la oficiosidad de la noticia no garantiza que sea verdadera.

Η ανεπισημότητα της είδησης δεν εγγυάται να είναι αληθινή

2. προθυμία, σπουδή, γρηγοράδα, αμεσότητα,

le agradezco la oficiosidad mostrada en la resolución de este asunto,

σας ευχαριστώ για τη σπουδή που επιδείξατε προκειμένου να επιλυθεί αυτό το θέμα

3. ακαταλληλότητα πράξης

οficiosamente 1. επρ, ανεπίσημα

2. πρόθυμα, σβέλτα, γρήγορα, άμεσα

οficializar 1. ρμ, επισημοποιώ ή δίνω επίσημο χαρακτήρα σε κάτι,

oficializarán el pacto entre el sindicato y la patronal,

θα επισημοποιήσουν τη συμφωνία μεταξύ του συνδικάτου και των εργοδοτών

οficialización 1. θ, επισημοποίηση

οficina πρχ μέρος οφικίου> αξιώματος= γραφείο

1. θ, γραφείο, quiere reemplazar los estantes de su oficina,

θέλει να αντικαταστήσει τα ράφια στο γραφείο του

2. σνθ, oficina central, γραφείο κεντρικό, έδρα

oficina de cambio, γραφείο ανταλλαγής συναλλάγματος

oficina de colocación, γραφείο ευρέσεως εργασίας

oficina de correos, γραφείο του κουριερ= ταχυδρομείο

oficina de empleo, γραφείο ευρέσεως εργασίας

oficina de farmacia, γραφείο του φαρμάκου=φαρμακείο

oficina de prensa, γραφείο Τύπου

oficina de turismo, γραφείο τουριστικό

oficinal 1. ε, ιατ, από γραφείο φαρμάκου> φαρμακείο= φαρμακευτικός, -ή, -ó

oficinista 1. α θ, υπάλληλος γραφείου

Scroll to Top