NETO

NETO= ΠΡΧ ΝΙΠΤΩ> ΚΑΘΑΡΙΖΩ > ΚΑΘΑΡΟ, ΠΡΧ ΝΕΤΟ, ΠΡΧ ΑΝΙΛΙΝΗ> ΛΟΥΛΑΚΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

neto, ta πρχ νέτο> καθαρό, πρχ νίπτω> καθαρίζω κάτι> καθαρό

1. ε, για ποσότητα, καθαρός, -η, -ó, el peso neto de la carga, το καθαρό βάρος του φορτίου

su sueldo neto, ο καθαρός μισθός του

2. που διακρίνεται καθαρά, διακριτός, -ή, -ό, καθαρός, -ή, -ό,

la silueta del barco se veía neta en el horizonte,

η σιλουέτα του πλοίου βλεπόταν καθαρή στον ορίζοντα

3. μτφ, καθαρός, -ή, -ό, αγνός, -ή, -ό, su neto rostro recuerda al de los ángeles,

το καθαρό πρόσωπό του θυμίζει αυτό των αγγέλων

4. σνθ, precio neto, καθαρή τιμή

neto 1. α, ατκ, βάθρο, βάση κολόνας

nitidez 1. θ, καθαρότητα εικόνας, ήχου, χρώματος, una foto de gran nitidez,

μια φωτογραφία με μεγάλη καθαρότητα

2. διαύγεια νερού

netamente 1. επρ, καθαρά

nítido, da 1. ε, που διακρίνεται καλά, καθάριος, -α, -o, διαυγής, -ής, -ές,

la imagen se ve nítida en el cuadro, η εικόνα βλέπεται καθάρια στο κάδρο

2. διάφανος, -η, -ο, καθάριος, -α, -o, el agua del mar estaba nítida,

το νερό της θάλασσας ήταν διάφανο

3. μτφ, που νοείται καθαρά, σαφής, -ής, -ές, una respuesta nítida, μια καθαρή απάντηση

anilina 1. θ, χημ, ανιλίνη

anilismo 1. α, ανιλινισμός

añil πρχ ανίλη> λουλάκι

1. α, βοτ, ινδικοφόρος η ανίλη, ινδικό, ινδικοφόρος η βαφική

2. χρώμα, λουλακί, λουλάκι, el añil te sienta bien, το λουλακί σου πάει ωραία

3. λουλάκι χρωματιστικό

añil 1. ε, λουλακής, -ιά, -ί, las aguas añiles, τα λουλακιά νερά

el cielo añil, ο λουλακής ουρανός

añilar 1. ρμ, βάφω με λουλακί χρώμα

añilería θ, αγρόκτημα όπου παράγεται και επεξεργάζεται το λουλάκι

lila 1. ε, λιλά χρώμα

2. οικ, υτμ, μτφ, για άτομο, πρχ λουλης= ανόητος, -η, -o, ηλίθιος, -α, -o

lila 1. θ, βοτ, πασχαλιά

2. μάλλινο ύφασμα

lila 1. α, λιλά χρώμα

2. α θ, μτφ, υτμ, βλάκας, κρετίνος

ΙíΙο 1. α, βοτ, πασχαλιά

nansú 1. α, ύφασμα νανσούκ

nenúfar α, βοτ, νούφαρο

renitencia 1. θ, ιατ, περι-νετότητα δέρματος= στιλπνότητα, σφριγηλότητα δέρματος

Scroll to Top