NEUMA= ΠΡΧ Π-ΝΕΥΜΑ, ΑΕΡΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
apnea 1. θ, βιο, άπνοια, ασφυξία, έλλειψη ανάσας
2. αθλ, άπνοια, κράτημα ανάσας κάτω από νερό
disnea 1. θ, ιατ, δύσπνοια
disneico, ca 1. ε, α θ, ιατ, δυσπνοϊκός, -ή, -ó
dipneo, a 1. ε, α, ζωλ, δίπνευστος, -η, -o
neuma 1. α, μσκ, νεύμα
neumática 1. θ, φσκ, πνευματική
neumático 1. α, μτφ, με πνεύμα> αέρα= λάστιχο, ελαστικό, se me pinchó un neumático,
μου έσκασε το λάστιχο
2. σνθ, neumático contra pinchazos, ελαστικό ανθεκτικό στα σκασίματα, κλαταρίσματα
neumático de clavos, ελαστικό με καρφιά
neumático de repuesto, de recambio, λάστιχο ρεζέρβα
neumático, ca 1. ε, που λειτουργεί με συμπιεσμένο αέρα, elevador neumático,
ανυψωτής συμπιεσμένου αέρα
pneumococo 1. α, ιατ, πνευμονόκοκκος