NERVIO= ΠΡΧ ΝΕΥΡΟ, ΝΕΥΡΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
neural 1. ε, ιατ, νευρικός, -ή, -ó
neuralgia 1. θ, ιατ, νευραλγία
neurálgico, ca 1. ε, κυρ, μτφ, νευραλγικός, -ή, -ó.
neurastenia 1. θ, ιατ, νευρασθένεια
neurasténico, ca 1. ε, α θ, ιατ, νευρασθενικός, -ή, -ó, νευρασθενής
neura 1. α, οικ, μτφ, εμμονή, μανία με κάτι, Tiene muchas fobias y neuras,
έχει πολλές φοβίες και μανίες
2. νεύρα, Siempre que le da la neura, se marcha,
Πάντα όταν του την δίνει (σ)τα νεύρα, φεύγει
3. ε, νευρικός, -ή, -ό, που έχει νεύρα
neuria 1. α, ιατ, ανεύρυσμα
neurita 1. θ, ανα, νευρίτης
neurítico, ca 1. ε, ιατ, προσβεβλημένος, -η, -o από νευρίτιδα
neuritis 1. θ, ιατ, νευρίτιδα
neuroanatomía 1. θ, ανα, νευροανατομία
neurobiología 1. θ, νευρολογία
neurobiólogo, ga 1. α θ, νευροβιολόγος
neurociencia 1. θ, βιο, νευροεπιστήμη
neurocientífico, ca 1. ε, βιο, νευροεπιστημονικός, -ή, -ó
neurocirugía 1. θ, ιατ, νευροχειρουργική
neurocirujano, na 1. α θ, ιατ, νευροχειρούργος
neurodegenerativo, va 1. ε, νευροεκφυλιστικός, -ή, -ó
neuroesqueleto 1. α, ζωλ, οστικός ή χόνδρινος σκελετός που προστατεύει το νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών
neurofisiología 1. θ, βιο, νευροφυσιολογία
neurofisiológico, ca 1. ε, ιατ, νευροφυσιολογικός, -ή, -ó
neurofisiólogo, ga 1. α θ, ιατ, νευροφυσιολόγος
neuroléptico, ca 1. ε, ιατ, νευροληπτικός, -ή, -ó
neuroléptico 1. α, ιατ, νευροληπτικό
neurolingüística 1. θ, γλγ,, νευρογλωσσολογία
neurología 1. θ, ιατ, νευρολογία
neurológicamente 1. επρ, νευρολογικώς, νευρολογικά
neurológico, ca 1. ε, ιατ, νευρολογικός, -ή, -ó
neurólogo, ga 1. α θ, ιατ, νευρολόγος
neuroma 1. α, ιατ, νεύρωμα
neuromuscular 1. ε, ανα, νευρομυϊκός, -ή, -ó
neurona 1. θ, ιατ, νευρών, νευρικό κύτταρο
2. εκφ, patinarle las neuronas a alguien, μυφ, οικ, πατινάρει= λασκάρει η βίδα σε κάποιον
neuronal 1. ε, νευρικός, -ή, -ό
neurópata 1. ε, α θ, ιατ, νευροπαθής, -ής, -ές, νευροπαθής
neuropatía 1. θ, ιατ, νευροπάθεια
neuropatología 1. θ, ιατ, νευροπαθολογία
neuropsicología 1. θ, νευροψυχολογία
neuropsiquiatría 1. θ, ιατ, νευροψυχιατρική
neuropsiquiátrico, ca 1. ε, νευροψυχιατρικός, -ή, -ó.
neuróptero 1. α, ζωλ, νευρόπτερο
neurosis 1. θ, ιατ, νεύρωση
neuróticamente 1. επρ, νευρωτικώς, νευρωτικά
neurótico, ca 1. ε, ιατ, νευρωτικός, -ή, -ó
2. ε, α θ, για άτομο, νευρωτικός, -ή, -ó
neurotiο 1. α, ιατ, νευρωτισμός
neurotizar 1. ρμ, νευρωτικο-ποιώ
2. ραντ, νευρωτικο-ποιούμαι= γίνομαι νευρωτικός, -ή, -ό
neurotización 1. θ, νευρωτικοποίηση
neurotizante 1. ε, νευρωτικοποιών= σχετικός, -ή, -ó με τη νευρωτικοποίηση
neurotomía 1. θ, ιατ, νευρεκ-τομή
neurotoxina 1. θ, ιατ, νευροτοξίνη
neurotransmisión 1. θ, βιο, νευρο-μετάδοση= μετάδοση νευρικών σημάτων, ερεθισμάτων
neurotransmisor 1. α, βιο, μεταδότης νευρικών σημάτων, ερεθισμάτων, νευροδιαβιβαστής
neurotropio 1. α, βιο, νευροτροπισμός
polineuritis 1. θ, ιατ, πολυνευρίτιδα
nervudo, da 1. ε, νευρώδης, -ης, -ες
nervura 1. θ, τυπ, νεύρωση, νεύρο
nervado, da 1. ε, νευρωσιακός, -ή, -ό, με νευρώσεις
2. ατκ, νευρωσιακός, -ή, -ό, με νευρώσεις
nervadura 1. θ, νεύρωση
2. ζωλ, νεύρωση
3. ατκ, νεύρωση, νεύρο
nérveo, a 1. ε, νευρικός, -ή, -ό
nervifoliado, da 1. ε, βοτ, νευρό-φυλλος, -η, -ο
nervino, na 1. ε, ιατ, νευρο-τονωτικός, -ή, -ó
nervio 1. α, ανα, νεύρο, nervio auditivo, ακουστικό νεύρο
nervio ciático, ισχιακό νεύρο
2. νεύρο σε κρέας, este filete tiene muchos nervios, αυτό το φιλέτο έχει πολλά νεύρα
3. μτφ, νεύρο, caballo con mucho nervio, άλογο με πολύ νεύρο
no para ni un momento, ¡qué nervio! δε σταματά ούτε λεπτό, τι νεύρο!
4. τυπ, νεύρωση
5. βοτ, ζωλ, νεύρωση
6. ατκ, νεύρο, νεύρωση
7. μσκ, χορδή
8. σνθ, nervio craneal, ανα, κρανιακό νεύρο
nervio olfativo, ανα, οσφρητικό νεύρο
nervio óptico, ανα, οπτικό νεύρο
nervio sacro, ανα, ιερό νεύρο
nervio vago, ανα, πνευμονογαστρικό νεύρο
9. εκφ, con nervio, με νεύρο
ser puro nervio, είμαι σκέτο νεύρο
tener nervio, έχω νεύρο
nervios 1. α πλ, νεύρα σαν κατάσταση ψυχική, no dejes que te traicionen los nervios,
μην αφήσεις να σε προδώσουν τα νεύρα σου
2. εκφ, atacar, crispar, alterar los nervios a alguien, οικ, σπάω τα νεύρα κάποιου
estar de los nervios, οικ, για άτομο, είμαι νευρασθενής ή μτφ, έχω νεύρα
estar hecho un manojo de nervios, οικ, μτφ, είμαι ένα μάτσο από νεύρα=
τα νεύρα μου έγιναν τσατάλια
¡qué nervios! τι άγχος!
tener nervios de acero, έχω ατσαλένια νεύρα
tener un ataque de nervios, παθαίνω νευρική κρίση
perder los nervios, χάνω την ψυχραιμία μου
poner los nervios de punta a alguien, οικ, θέτω σα πούντα = να τσιγκλήσω τα νεύρα κάποιου
tener los nervios de punta, έχω τα νεύρα μου τσιτωμένα
tener los nervios bien templados, έχω γερά νεύρα
tener nervios, είμαι αγχωμένος
nerviosismo 1. α, νευρικότητα
2. εκφ, quitar el nerviosismo, χαλαρώνω τα νεύρα μου
nervioso, sa 1. ε, νευρικός, -ή, -ó, una actitud nerviosa, μια νευρική συμπεριφορά
es un niño muy nervioso, αυτό το παιδί είναι πολύ νευρικό
2. ανα, νευρικός, -ή, -ό
3. βοτ, νευρώδης, -ης, -ες
4. εκφ, poner nervioso, θέτω νευρικό= φέρνω, προκαλώ νευρικότητα, ανησυχία σε κάποιον,
ή εκνευρίζω, trabajar bajo presión me pone muy nerviosa,
να δουλέψω υπό πίεση μου προκαλεί νευρικότητα, με εκνευρίζει
ponerse nervioso, εκνευρίζομαι
nerviosidad 1. θ, νευρικότητα
nerviosamente 1. ε, νευρικά
uninervio, via 1. ε, βοτ, μονό-νευρος, -η, -ο
nesga 1. θ, μτθ νεσ-γα> τρι-γω-να= τσόντα τριγωνικού σχήματος
2. ραπ, τσόντα κομμένη διαγώνια που μπαίνει για να φαρδύνει κάποιο ένδυμα
enervar 1. ρμ, νευριάζω, εκνευρίζω,
La actitud arrogante del jefe suele enervar a los empleados,
Η αλαζονική στάση του διευθυντή συνήθως εκνευρίζει τους υπαλλήλους
2. πρχ εκ> απο-νευρώνω = χτυπώ το νεύρο> δύναμη, αποδυναμώνω, πλήττω, θίγω, εξασθενίζω, κλονίζω, este calor sofocante me enerva,
αυτή η αποπνικτική ζέστη με αποδυναμώνει,
La enfermedad logró enervar su cuerpo y su espíritu,
Η ασθένεια κατάφερε να αποδυναμώσει το σώμα και το πνεύμα του
enervación 1. θ, εκνευρισμός
2. απονεύρωση σαν χαύνωση, κατάπτωση, εξασθένιση σωματική, ψυχική
enervamiento 1. α, enervación
enervante 1. ε, εκνευριστικός, -ή, -ό
2. απο-νευρωτικός= αποδυναμωτικός, -ή, -ό, εξουθενωτικός, -ή, -ό
denervación 1. θ, ιατ, απονεύρωση
inervar 1. ρμ, ανα, εν-νευρώνω
inervación 1. θ, ανα, εν-νεύρωση
trinervado, da 1. ε, βοτ, τρι-νευρωματικός, -ή, -ό, που έχει τρία νευρώματα