MOLESTO= ΠΡΧ ΜΩΛΟΣ, ΠΕΤΡΑ ΜΕΓΑΛΗ, ΠΡΧ ΜΥΛΟΣ, ΜΥΛΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
muelle 1. α, μώλος λιμανιού, προβλήτα, atracar al muelle, δένω στην προβλήτα
2. αποβάθρα σε σταθμό τραίνου
muellaje 1. α, τέλη ελλιμενισμού, δεσίματος στον μώλο
mol 1. α, χημ, πρχ μόριο ή μώλος μικρός= γραμμομόριο
molécula 1. θ, φσκ, μόριο, molécula gramo, γραμμομόριο
molecular 1. ε, φσκ, μοριακός, -ή, -ó, peso molecular, μοριακό βάρος
equimolecular 1. ε, χημ, ισομοριακός, -ή, -ó
intermolecular 1. ε, χημ, ενδομοριακός, -ή, -ó
molestar πρχ μυλίζω, μυλοστατώ= ενοχλώ ή σαν μώλος> πετραδάκι με ενοχλεί
1. ρμ, ενοχλώ, πειράζω, me está molestando el zapato,
με μυλίζει> με ενοχλεί το παπούτσι
¿le molesta el humo? σας ενοχλεί ο καπνός;
2. για πράξη, πειράζω, ενοχλώ, tu ridículo comentario me molestó mucho,
Το γελοίο σχόλιό σου με ενόχλησε πολύ,
¡no me molestes! μη μ’ ενοχλείς!
3. μυλίζω ψυχικά= εκνευρίζω, no te molestes por oír la verdad,
μην εκνευρίζεσαι που ακούς την αλήθεια
4. με προσβάλλει κάτι ηθικά, ψυχικά, πειράζω, στενοχωρώ,
me molestó que no vinieras, με πείραξε που δεν ήρθες
5. ρα, ενοχλώ, πειράζω, ¿molesto? ενοχλώ;
las bolsas ahí no molestan, οι τσάντες εκεί δεν ενοχλούν,
“no molestar" «μην ενοχλείτε».
6. ραντ, μυλίζομαι απο κάτι, ενοχλούμαι, se ha molestado con nosotros,
έχει ενοχληθεί με εμάς
7. μτφ, μυλίζομαι σε κάτι, τρίβομαι, μπαίνω στον κόπο να κάνω κάτι,
se molestó en aprender el nuevo programa,
μπήκε στον κόπο να μάθει το νέο πρόγραμμα
8. μτφ, μυλίζομαι= μπαίνω στον κόπο, no te molestes en venir que ya hemos terminado,
μην μπεις στον κόπο να έρθεις διότι έχουμε ήδη τελειώσει,
Ni siquiera se molestó en contestarme, Δεν μπήκε καν στον κόπο να μου απαντήσει.
no se moleste, μην μπαίνετε σε κόπο
molestia πρχ μύλισμα ή μυλο-στασία
1. θ, πρόβλημα, μπελάς, ενόχληση, no quiero ser una molestia para ti,
δεν θέλω να γίνω πρόβλημα για σένα
no es ninguna molestia, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα
(les rogamos) disculpen las molestias, ζητούμε συγγνώμη για την ενόχληση
2. θυμός ενόχλησης, aún no se le ha pasado la molestia, por el tono en que me habla,
Ακόμα δεν έχει ξεπεράσει τον θυμό, λόγω του τόνου που μου μιλάει
3. σωματική ενόχληση, πόνος, tiene una ligera molestia de estómago,
έχει μια ελαφρά ενόχληση στο στομάχι
4. εκφ, ahorrarse la molestia de hacer algo, δεν μπαίνω στον κόπο να κάνω κάτι
tomarse la molestia de hacer algo, μπαίνω στον κόπο να κάνω κάτι.
ocasionarle, causarle molestias a alguien, δημιουργώ προβλήματα σε κάποιον
puedes acompañarle si no te causa molestia,
Μπορείς να τον συνοδεύσεις αν δημιουργεί πρόβλημα
si no es (demasiada) molestia, αν δεν σας δημιουργεί (μεγάλο) πρόβλημα, ενόχληση
molestias 1. θ πλ, ψυχικά, σωματικά προβλήματα, ενοχλήσεις, πόνοι
2. εκφ, sentir, tener molestias en, έχω ενοχλήσεις σε, tengo molestias en la rodilla,
έχω ενοχλήσεις, πόνους στο γόνατο
molesto, ta 1. ε, ενοχλητικός, -ή, -ó
2. για ρούχα, άβολος, -η, -o, es un abrigο, pero molesta porque pesa mucho,
είναι ενα παλτό, αλλά άβολη γιατί ζυγίζει πολύ
3. για αίσθηση, ανυπόφορος, -η, -o, Hay un olor molesto que emana del inodoro,
Υπάρχει μια οσμή ανυπόφορη που βγαίνει απο την λεκάνη
4. για επίσκεψη, κλήση, ακατάλληλος, -η, -o
5. για άτομο, ενοχλημένος, -η, -o, προσβεβλημένος, -η, -o, θυμωμένος, -η, -o,
está molesto contigo, είναι θυμωμένος μαζί σου
6. εκφ, lo molesto, το πόσο ενοχλητικό, no sabes lo molesto que es ese perro,
δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ενοχλητικός είναι αυτός ο σκύλος
demoler πρχ κατα-μυλίζω κάτι= σαν να ρίχνω στο έδαφος με μυλόπετρα
1. ρμ, κατεδαφίζω, γκρεμίζω κτίριο, demolerán el edificio en ruinas con cargas explosivas controladas, Θα γκρεμίσουν το ερειπωμένο κτίριο με ελεγχόμενες εκρηκτικές γομώσεις
2. μτφ, εξαρθρώνω σύστημα, οργάνωση, διαλύω, καταστρέφω,
demolió el sindicato para conseguir sus propósitos,
κατέστρεψε το σωματείο για να πετύχει τους στόχους του
3. εξαφανίζω, εξολοθρεύω πολιτισμό
4. καταρρίπτω επιχείρημα, θεωρία, καταστρέφω κάτι άυλο,
Con una sola palabra, el oponente demolió el argumento del candidato,
Με μια μόνο λέξη, ο αντίπαλος κατέρριψε την επιχειρηματολογία του υποψηφίου
Este escándalo va a demoler completamente nuestra credibilidad,
Αυτό το σκάνδαλο θα καταστρέψει εντελώς την αξιοπιστία μας
demolición 1. θ, κατεδάφιση, γκρέμισμα κτιρίου
2. εξάρθρωση οργάνωσης, καταστροφή, διάλυση
3. εξαφάνιση, εξολόθρευση πολιτισμού
4. κατάρρευση για επιχείρημα, θεωρία, καταστροφή κάτι άυλου
demoledor, ra 1. ε, που πράττει τα έργα του demoler
2. κατεδαφιστικός, -ή, -ό
3. καταστρεπτικός, -ή, -ό, ολέθριος, -α, -ο, El organismo internacional hizo un análisis demoledor de la situación financiera del país,
Ο διεθνής οργανισμός έκανε μια καταστροφική ανάλυση για την οικονομική κατάσταση της χώρας
tus palabras fueron demoledoras para su autoestima,
τα λόγια σου ήταν ολέθρια για την αυτοεκτίμηση του
4. συντριπτικός, -ή, -ό, una victoria demoledora en las elecciones municipales,
μια συντριπτική νίκη στις δημοτικές εκλογές