MOLER

MOLER= ΠΡΧ ΜΥΛΟΣ, ΑΜΥΛΟ, ΠΕΡΝΑΩ ΑΠΟ ΣΥΣΚΕΥΗ ΑΛΕΣΜΟΥ ΜΟΥΛΤΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

almidón 1. α, πρχ αλ-μιδον= άμυλο

almidonar 1. ρμ, βρέχω το ρούχο σε άμυλο= αμυλονάρω> κολλαρίζω, κολλάρω,

almidonar los cuellos de las camisas, κολλάρω τους γιακάδες των πουκάμισων

almidonado, da 1. ε, κολλαριστός, -ή, -ó, un cuello almidonado, ένας κολλαριστός γιακάς

2. για άτομο, μτφ, προσεγμένος, -η, -ο, πολύ εμφανισιακά, ατσαλάκωτος, -η, -o,

un muchachο almidonadο, ένα παλικάρι ατσαλάκωτο

almidonado 1. α, κολλάρισμα

almidonería 1. θ, εργοστάσιο κολλαρίσματος

desalmidonar 1. ρμ, ξε-αμυλίζω= αφαιρώ την κόλλα από ρούχο

amilo 1. α, άμυλο

amiláceo, a 1. ε, αμυλούχος, -α, -o, αμυλώδης, -ης, -ες

amílico, ca 1. ε, αμυλικός, -ή, -ó

amilosis 1. θ, ιατ, αμυλοειδική εκφύλιση, αμυλοειδοπάθεια

mola 1. θ, ιατ, μύλη

molar 1. ε, γομφικός, -ή, -ό, για μόλυνση, του γομφίου

2. μυλικός, -ή, -ό, της μυλόπετρας

3. α, δόντι τραπεζίτης

molasa 1. θ, κατ, μολάσση

muela 1. θ, δόντι τραπεζίτης, σαν μύλη, dolor de muelas, πονόδοντος

2. μυλόπετρα

3. μτφ, βουναλάκι, λόφος, γήλοφος

4. βοτ, φυτό, λαθούρι, φάβα

5. σνθ, muela carnicera, κυνόδοντας

muela cordal, del juicio, φρονιμίτης

amuelar 1. ρμ, τοποθετώ σε σωρούς το στάχυ, σαν μυλόπετρα

premolar 1. α, ανα, προγόμφιος

remolón 1. α, κυνόδοντας αγριογούρουνου, remolón de jabalí

moleña 1. θ, μυλόπετρα

moleño, ña 1. ε, μυλικός-, ή, -ό, σχετικό με τη μυλόπετρα

molero 1. α, μυλάρης= άτομο που φτιάχνει και πουλά μυλόπετρες

moleta 1. θ, πρχ μυλιτσα= τροχίσκος λείανσης από πέτρα

amolar 1. ρμ, μυλίζω για ακόνισμα= ακονίζω, amolar una navaja, ακονίζω ένα σουγιά,

piedra de amolar, πέτρα για να ακονίσω, ακόνισμα, ακονόπετρα

2. ρμ, ραντ, οικ, μτφ, με μυλίζει κάτι ή κάποιος= ενοχλώ, εκνευρίζω,

los coches me amolan, τα αμάξια με ενοχλούν,

Mariana me amola porque nunca se calla,

Η Μαριάνα με εκνευρίζει επειδή δεν σωπαίνει ποτέ

amoladura 1. θ, ακόνισμα, τρόχισμα

amoladuras 1. θ πλ, κομμάτια πέτρας μικρά που φεύγουν από τριβή της μυλόπετρας

amoladera 1. θ, πρχ μυλο-τηρι= μυλόπετρα, ακονόπετρα

mollejón 1. α, πέτρα ακονίσματος

inmolar 1. ρμ, κυρ, μτφ, εν-μυλίζω> περνάω από μύλο= θυσιάζω, κάνω θυσία,

Esta tribu acostumbraba inmolar vacas como ofrenda a sus dioses,

Αυτή η φυλή συνήθιζε να θυσιάζει αγελάδες ως προσφορά στους θεούς της

2. ραντ, κυρ, μτφ, θυσιάζομαι, el hombre se inmoló por su país,

ο άντρας θυσιάστηκε για την πατρίδα του

inmolación 1. θ, θυσία

inmolador, ra 1. ε, α θ, θυσιαστικός, -ή, -ό, θυσιαστής, -ια

moler πρχ μυλίζω

1. ρμ, αλέθω, muelen el trigo en la piedra, αλέθουν το στάχυ στην μυλόπετρα,

La barista está moliendo el café, Ο μπαρίστα αλέθει τον καφέ

Muele el ajo en el mortero, Αλέθω το σκόρδο στο γουδί

2. οικ, μτφ, τσακίζω, κοπανάω, le molieron a golpes, τον τσάκισαν με μπουνιές

3. οικ, μτφ, αλέθω σωματικά= εξαντλώ, esta mudanza nos ha molido a todos,

αυτή η μετακόμιση μας εξάντλησε

4. μτφ, μυλίζω κάποιον, ενοχλώ, deja ya de molerme con tus quejas,

σταμάτα πια να με ενοχλείς με τα παράπονα σου

moledor 1. α, πρχ μυλο-τηρ= μυλωνάς, αλεστής

moledor, ra 1. ε, για μηχανή, αλεστικός, -ή, -ó

2. ε, α θ, οικ, κυρ, μτφ, κουραστικός, -ή, -ó, εξαντλητικός, -ή, -ό,

la caminata resultó moledora, η βόλτα με τα πόδια ήταν εξαντλητική,

Estar con Melisa es moledor. Νο deja de hablar ni por un segundo,

Το να είσαι με τη Μελίσα είναι κουραστικό. Δεν σταματάει να μιλάει ούτε για ένα δεύτερο

3. α θ, συσκευή αλέσματος, θραυστήρας, τριβείο, μύλος, me gusta usar el moledor de café,

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον μύλο καφέ

4. οικ, μτφ, για άτομο, μπελάς

moledura 1. θ, άλεσμα για στάχυ, moledura de trigo

2. μτφ, εξουθένωση, εξάντληση

molimiento πρχ μύλισμα

1. α, πράξη του moler, αλευροποίηση

2. πίεση, πάτημα στο ελαιοτριβείο για ελιές, molimiento de aceitunas,

3. σύνθλιψη για ζαχαροκάλαμο, molimiento de caña de azúcar

4. ποσότητα αλέσματος, άλεσμα

5. μτφ, εξουθένωση, εξάντληση, κούραση, me caigo del molimiento que tengo encima,

πέφτω από την κούραση που έχω πάνω μου

molendero, ra 1. α θ, μυλωνάς, -ού, αλεστής

molendero 1. α, τεχνίτης-σοκολατοποιός

molido, da 1. ε, για καφέ, πιπέρι, στάχυ, αλεσμένος, -η, -o

2. για ζάχαρη, αμύγδαλο, που είναι σε σκόνη, αλεσμένος, -η, -ο

3. οικ, μτφ, ξεθεωμένος, -η, -o, εξαντλημένος, -η, -ο, llegó molido de la excursión,

έφτασε εξαντλημένος από την εκδρομή

molienda 1. θ, αλευροποίηση

2. πίεση, πάτημα στο ελαιοτριβείο για ελιές

3. σύνθλιψη για ζαχαροκάλαμο

4. ποσότητα αλέσματος, άλεσμα

moliente 1. ε, αλεστικός -ή, -ó

molar 1. ρα, οικ, μτφ, πρχ ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει= σαν να λέμε αρέσει, φυσάει,

Es la banda que más me mola de todas,

Είναι η μπάντα που μου αρέσει περισσότερο από όλες

ese videojuego mola mucho, αυτό το βιντεοπαιχνίδι φυσάει πολύ, είναι πολύ γαμάτο

¡cómo mola! είναι απίθανο!

Eso ya no mola, tío, Αυτό πιά δεν αρέσει, φίλε, δεν είναι ιν

2. εκφ, ¿mola? φυσάει; γουστάρεις; είναι καλό;

molar cantidad, un mazo, είναι σούπερ, γαμάτο

Ese móvil mola cantidad, Αυτό το κινητό είναι σούπερ

molón, ona 1. ε, οικ, ωραίος, -α, -o, πρώτος, -η, -o, άπαιχτος, -η, -ο, φανταστικός, -ή, -ό,

No sabía que tenías un auto tan molón, δεν ήξερα πως είχες ένα αμάξι τόσο άπαιχτο,

esta música es molona, αυτή η μουσική είναι πρώτη

Qué disfraz tan molón. Te ves increíble como el Hombre Araña,

Τι φανταστική στολή! Φαίνεσαι απίστευτος σαν Σπαϊντερμαν

molturar 1. ρμ, αλευροποιώ στάχυ

2. πιέζω, πατώ ελιές

3. συνθλίβω ζαχαροκάλαμο

molturación 1. θ, αλευροποίηση

2. πίεση, πάτημα σε ελιές

3. σύνθλιψη ζαχαροκάλαμου

molturado, da 1. ε, αλευροποιημένος, -η, -o

2. για ελιές, πατημένος, -η, -o

3. για ζαχαροκάλαμο, κατεργασμένος, -η, -o

molino 1. α, πρχ μύλος

2. σνθ, molino arrocero, ρυζό-μυλος

molino de agua, de viento, de aceite, νερό-μυλος, ανεμό-μυλος, ελαιο-τριβείο

molino de sangre, μύλος αίματος= που τον κινούν ζώα με δεμένα μάτια

molino harinero, αλευρό-μυλος

molino hidráulico, υδραυλικός μύλος

molinar 1. α, μυλότοπος

molinera 1. θ, μυλωνού

molinería 1. θ, αλευροποιία, αλευροβιομηχανία, μύλοι

molinero, ra 1. ε, μυλικός, -ή, -ό, που έχει σχέση με τον μύλο, άλεση, αλευροποιία

molinero 1. α, μυλωνάς, μυλεργάτης

molinete 1. α, παιχνίδι μύλος, φουρφούρι

2. ανεμιστήρας σε παράθυρο

3. τουρνικέ σε πόρτα

4. αμυντική κίνηση στην ξιφασκία

5. ναυ, βαρούλκο άγκυρας

molinillo πρχ μυλ-ούλης

1. α, μύλος τριψίματος μπαχαρικών, κ.λπ

2. χτυπητήρι σοκολάτας

3. σνθ, molinillo de café, de pimienta, μύλος καφέ, για πιπέρι

remolido 1. α, τχν, πρχ α-μύλευτο= ακαθάριστο, ακατέργαστο μετάλλευμα

remolino πρχ περι-μύλισμα

1. α, περιδίνηση, στροβιλισμός για αέρα, νερό,

En algunos puntos el agua formaba pequeños remolinos

Σε κάποια σημεία το νερό σχημάτιζε μικρές δίνες

2. στρόβιλος από σκόνη, καπνό, pequeños remolinos de humo salían de su cigarro

μικροί στροβιλισμοί καπνού σηκώθηκαν από το πούρο του

El camión se alejó dejando tras de sí un remolino de polvo,

Το φορτηγό απομακρύνθηκε αφήνοντας πίσω του ένα στρόβιλο σκόνης

3. μτφ, για άτομο, ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, este niño travieso parece un remolino,

Αυτό το άτακτο αγόρι μοιάζει με ανεμοστρόβιλο

4. μτφ, δίνη, τσούρμο από άτομα, συγκέντρωση, συνάθροιση, κόσμος,

Tras el accidente, se formó un remolino de gente que quería ver lo ocurrido,

Μετά το ατύχημα σχηματίστηκε ένα τσούρμο ανθρώπων που ήθελαν να δουν τι συνέβη

5. τσουλούφι στο μαλλί, Me encanta ese remolino que tiene en su pelo rubio,

Λατρεύω αυτό το τσουλούφι που έχει στα ξανθά μαλλιά της

6. μτφ, δίνη, me perdí en el remolino de la gran ciudad, Χάθηκα στη δίνη της μεγαλούπολης

remolinar πρχ περι-μυλίζω

1. ρα, ραντ, στριφογυρίζω, στροβιλίζω, στροβιλίζομαι, έχω περιδίνηση,

Las hojas de los árboles remolinaban en el viento otoñal,

Τα φύλλα των δέντρων στροβιλίζονταν στον φθινοπωρινό αέρα

es peligroso bañarse cuando el mar se remolina,

είναι επικίνδυνο να κολυμπάς όταν η θάλασσα στροβιλίζεται, έχει περιδίνηση

2. μτφ, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, σχηματίζω δίνη ατόμων, τσούρμο,

los niños se remolinaban en la puerta del colegio,

Τα παιδιά συναθροίζονταν στην πύλη του σχολείου

remolinear 1. ρμ, για πράγματα, στριφογυρίζω, στροβιλίζω

2. ρα, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι

arremolinar πρχ περι-μυλίζω κάτι = κινώ σαν σε μύλο, κυκλικά

1. ρα, ραντ, στροβιλίζω, περιδινώ, el viento arremolinaba las hojas,

o άνεμος στροβίλιζε τα φύλλα

2. ραντ, περιστρέφομαι, στριφογυρίζω, las papeles se arremolinaban con el viento,

τα χαρτιά στριφογύριζαν με τον άνεμο

3. για αέρα, νερό, στροβιλίζω, el mar se arremolinó debido a las corrientes,

η θάλασσα περιδινήθηκε εξαιτίας των ρευμάτων

4. μτφ, στριμώχνομαι σαν σε μύλο, un grupo de hinchas se arremolinaba ante el estadio,

μια ομάδα από οπαδούς στριμώχνονταν μπροστά από το στάδιο

emolumento 1. α, πρχ σαν εκ-μύλισμα από κάτι= απολαβές εξτρά σε εργασία

majar πρχ ρίζα μα- > μασάω, μυλίζω, ματσα-κώνω

1. ρμ, κονιορτοποιώ, πολτοποιώ, θρυμματίζω, después hay que majar el ajo y el perejil,

μετά πρέπει να θρυμματίσετε το σκόρδο και τον μαϊντανό

2. αλέθω

3. οικ, μτφ, κουράζω, σαν να μυλίζω τον άλλον, majó a su primo a preguntas,

κούρασε τον ξάδερφό του με ερωτήσεις

4. οικ, μτφ, ματσακώνω, χτυπώ, κοπανώ σαν να περνώ από μύλο

majamiento 1. α, μύλισμα, άλεσμα, κονιορτοποίηση, πολτοποίηση, ψιλοκοπάνισμα

majadura 1. θ, κονιορτοποίηση, πολτοποίηση, ψιλοκοπάνισμα

2. άλεσμα

majado 1. α, πράγμα αλεσμένο, πουρές, πολτός, un majado de almendras,

ενας πουρές, πολτός από αμύγδαλα

majagranzas 1. α, οικ, μτφ, σπασαρχίδης

majo, ja πρχ μαχο> μά-γκας, μά-γκικο

1. ε, συμπαθητικός, -ή, -ó, no es guapo pero es muy majo,

δεν είναι όμορφος αλλά είναι πολύ συμπαθητικός

2. για παιδί, χαριτωμένος, -η, -o, tiene unos hijos muy majos,

τα παιδιά του είναι πολύ χαριτωμένα!

3. για εμφάνιση χωρίς να είναι ακριβή, όμορφος, -η, -ο, ωραίος, -α, -ο,

tienes una bici bien maja, έχεις ένα ποδήλατο πολύ ωραίο

4. στο ντύσιμο, κομψός, -ή, -ό, περιποιημένος, -η, -o, ¿adonde vas tan maja?

πού πας τόσο περιποιημένη;

5. προσφώνηση, φίλε!, παιδιά!, ¡oye, majo, déjame ya! άκου, φίλε, παράτε με πια! ¡bueno, majos, nos veremos mañana! λοιπόν, παιδιά, τα λέμε αύριο!

majería 1. θ, ιστ, πρχ μαγκαρία= παρέα όμορφων νέων

majadero 1. α, πρχ ματσακωτήρι= κόπανος για χτύπημα

2. κοπανέλλι

majadero, ra 1. ε, α θ, υτμ, μτφ, ανόητος, -η, -o, κόπανος

majaderillo, majaderito 1. α, κοπανέλλι

desmajolar 1. ρμ, για παπούτσι, πρχ ξε-μαλλιάζω= ξεδένω, λύνω το κορδόνι

2. αγρ, αφαιρώ τα νεαρά κλήματα

mijo 1. α, βοτ, πρχ μι-χρο> κε-χρι> κεχρί

mijar 1. α, βοτ, κεχριώνας, έκταση σπαρμένη με κεχρί

millo 1. α, βοτ, κεχρί

macón 1. α, κηρήθρα χωρίς μέλι, πρχ α-μελικό

ámagο, hámago, 1. α, πρόπολη μελισσών, πρχ σαν άμυλο στο χρώμα

malleto 1. α, πρχ ματσόλα

mallo 1. α, ξυλόσφυρο

2. για παιχνίδι, είδος κροκέ

maleable πρχ μαλεα-βλε> μαλακο-βλητο= που μαλακώνει και πλάθεται εύκολα

1. ε, κυρ, μτφ, για υλικό, εύκαμπτος, -η, -ο, ελατός, -ή, -ό, εύπλαστος, -η, -ο,

Este metal se vuelve maleable al calentarlo,

Αυτό το μέταλλο γίνεται εύπλαστο όταν θερμαίνεται

tiene el carácter maleable y se deja llevar por sus amigos,

έχει εύπλαστο χαρακτήρα και επηρεάζεται εύκολα από τους φίλους του

2. μτφ, εύπιστος, -η, -ο, Nicole es aún muy joven y su carácter es todavía maleable,

Η Νικόλ είναι ακόμα πολύ νέα και ο χαρακτήρας της είναι ακόμα εύπιστος

maleabilizar 1. ρμ, τχν, ελατοποιώ, καθιστώ ελατό, εύκαμπτο,

maleabilización 1. τχν, ελατότητα

maleabilidad 1. θ, ευκαμψία, ελατότητα

maleolar 1. ε, ανα, σφυραίος, -α, -ο, σαν μύλη

maléolo 1. α, ανα, σφυρό

mayal 1. α, αγρ, σαν μυλικό= ροκάνη σιταριού

2. μαγκάνι μύλου

sámago 1. α, βοτ, πρχ σομφό ξύλο

Scroll to Top