MOLLA

MOLLA= ΠΡΧ ΜΑΛΑΚΟ, ΜΟΥΛΙΑΖΩ, ΜΟΥΣΚΕΥΩ, ΜΑΓΟΥΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

esmalte 1. α, σμάλτο, επίχρισμα σε πορσελάνη, μέταλλα

2. βερνίκι νυχιών

3. χρώμα σμάλτο

4. τχν, πράξη σμάλτωσης και σμάλτωμα

5. σνθ, esmalte vitreo, υαλώδες

esmalte dental, οδοντικό σμάλτο, αδαμαντίνη

esmalte de, para uñas, βερνίκι νυχιών, μανόν

esmaltín 1. α, χρώμα σμάλτο

esmaltina 1. θ, ορυ, σμαλτίνη

esmaltar 1. ρμ, σμαλτώνω κάτι

2. εφυαλώνω

3. βάφω, βερνικώνω νύχια

4. μτφ, σμαλτώνω σαν να στολίζω, διακοσμώ, esmaltó su discurso con citas,

στόλισε την ομιλία του με παραπομπές

esmaltado, da 1. εμαγέ, εφυαλωμένος, -η, -ο

2. σμαλτωμένος, -η, -ο

3. βαμμένος, -η, -ο, βερνικωμένος, -η, -ο για νύχια

3. μτφ, στολισμένος, -η, -ο, διακοσμημένος, -η, -ο

esmaltado 1. α, σμαλτο-τεχνική

2. πράξη σμάλτωσης

3. σμάλτωμα

esmaltador, ra 1. α θ, σμαλτωτής, -ια, τεχνίτης που σμαλτώνει

malacia 1. θ, ιατ μαλάκυνση

malacología 1. θ, ζωλ, μαλακιολογία

malacopterigio 1. α, ζωλ, μαλακοπτερύγιο

molla 1. θ, πρχ μαλακό μέρος κρέατος, σαρκώδες μέρος, άπαχο κρέας

ή μαλακό μέρος από κάτι, me gusta más la molla que la corteza del pan,

Μου αρέσει περισσότερο η ψίχα του ψωμιού από την κόρα του

2. μαλακό μέρος σε σώμα από λίπος, ψωμάκια, hace gimnasia para rebajar las mollas,

κάνει γυμναστική για να μειώσει τα ψωμάκια

3. εκφ, salírsele, notársele a alguien las mollas, βγάζω μαξιλαράκια λίπους, ψωμάκια

mollar 1. ε, για κρέας, μαλακός, -ιά, -ή, -ό, τρυφερός, -ή, -ό, ψαχνό, χωρίς κόκκαλα, λίπος ή νεύρα,

la carne mollar es más cara, το μαλακό κρέας είναι πιο ακριβό

2. μαλακός, -ή, -ό για καρπό, με μαλακό κέλυφος, cereza mollar, κεράσι μαλακό

3. μτφ, που αμολάει κέρδη με λίγο κόπο ή σα μαλακό φιλέτο= επικερδής, -ής, -ές, κερδοφόρος, -α, -ο, αποδοτικός, -η, -ο,

El presidente no ha presentado ninguna oferta por el negocio mollar de la banca de inversión,

Ο πρόεδρος δεν έχει καταθέσει καμία προσφορά για το πιο κερδοφόρο, “φιλέτο” τμήμα της επενδυτικής τραπεζικής

4. μτφ, για άτομο, μαλακός στο μυαλό= ευκολόπιστος, -η, -ο, αφελής, -ές, -ή

amollar 1. ρα, στα χαρτιά, πρχ δεν αμολώ χαρτί καλό στην πρέφα, βίδα

2. μτφ, πρχ αμολάω την αντίσταση, υποχωρώ, χαλαρώνω

3. ρμ, ναυτ, αμολάω= λασκάρω, Amolla esos dos cabos, Λάσκαρε αυτά τα δύο σχοινιά

molleta 1. θ, ψωμάκι που ζυμώνεται με γάλα

2. ψωμάκι

3. μαύρο ψωμί

mollete 1. α, μαλακό, σαρκώδες μέρος χεριού, mollete de brazo

2. μεγάλο μάγουλο

3. άσπρο μαλακό ψωμάκι

molledo 1. α, μαλακό μέρος χεριού, γάμπας, molledo de brazo, pantorrilla

2. ψίχα ψωμιού

molleja 1. θ, μαλακό εντόσθιο ζώου, γλυκάδι, αρνιού, molleja de ternera, cordero

2. για πτηνό αρπακτικό, στομάχι που μαλακώνει την τροφή

mollera 1. θ, ανα, πρχ μυαλό= βρέγμα

2. οικ, μτφ, μυαλό, νιονιό

3. εκφ, metérsele, entrarle algo a alguien en la mollera, μπαίνει κάτι στο μυαλό κάποιου,

se le ha metido en la mollera que no le amas, του μπήκε στο μυαλό ότι δεν τον αγαπάς

no caberle algo a alguien en la mollera, δεν χωράει κάτι στο μυαλό μου

ser duro, cerrado de mollera, είμαι ντούρος, κλειστός στο μυαλό= δεν κόβει το μυαλό μου

mollina, mollizna 1. θ, μαλακή βροχή= ψιλόβροχο, ψιχάλισμα

molliznar 1. ραπ, πρχ μυλο-ρίχνει= ψιλοβρέχει, ψιχαλίζει

molliznear 1. ραπ, ψιλοβρέχει, ψιχαλίζει

molusco 1. α, ζωλ, μαλάκιο

muelle 1. ε, μαλακός, -ή, -ó για κρεβάτι, κάθισμα

2. για έδαφος, γή, μαλακός, -ή, -ó

3. μτφ, για τρόπο ζωής, άνετος, -η, -o, ηδονικός, -ή, -ó, lleva una existencia muelle,

έχει μια ύπαρξη ζωής ηδονική

4. α, μτθ μου-ελε> έλα-σμα ή μ-ελα-τήριο, σούστα, colchón de muelles,

στρώμα με ελατήρια

5. σνθ, muelle en espiral, ελικοειδής σούστα

emoliente 1. ε, φρμ, μαλακτικός, -ή, -ó

2. α, μαλακτικό φάρμακο

enmollecer 1. ρμ, ραντ, μαλακώνω

muletón 1. α, πρχ μαλλάτο> ύφασμα χοντρό απο μαλλί= μπιβερτίνα

mullir 1. ρμ, πρχ κάνω μαλακό= αφρατεύω, γεμίζω μαξιλάρι πατημένο,

le gusta mullir los almohadones al hacer la cama,

Του αρέσει να αφρατεύει τα μαξιλάρια όταν στρώνει το κρεβάτι

2. μαλακώνω,σ-μιλεύω, μαλάσσω γή= σκάβω, ανασκάπτω χώμα,

Necesito una pala para mullir la tierra en la huerta,

Χρειάζομαι ένα φτυάρι για να σκάψω το χώμα στον κήπο

3. μτφ, πρχ σ-μιλεύω κάτι= ετοιμάζω κάτι πολύ προσεκτικά για να το πετύχω,

lo mullió todo a la perfección para no fallar, το σμίλευσε όλο τέλεια για να μην αποτύχει

mullido, da 1. ε, πυκνός, -ή, -ó για χαλί

2. μαλακός= αφράτος, -η, -o, πουπουλένιος, -α, -o για καναπέ, στρώμα

mullido 1. α, αφράτεμα, γέμισμα, παραγέμισμα

remullir 1. ρμ, πρχ παρα-μαλακώνω= κάνω αφράτο κάτι

abemolar 1. ρμ, μσκ, πρχ σε μπεμόλ= βάζω το σημείο της ύφεσης σε μία νότα

brandada 1. θ, μαγ, πρχ μπακαλιάδα= ξεκοκαλισμένα κομμάτια μπακαλιάρου

μαγειρεμένα με λάδι, γάλα και άλλα συστατικά

brandal 1. α, ναυ, πρχ πρα-νταλ> παράτονος, παρατάτσο

mojar πρχ μο-χαρ> μο-καρ> μου-σκεύω, μτθ μο-χαρ> χυ-μω-νω

1. ρμ, μουσκεύω, βρέχω, βουτώ σε υγρό, ¡Ten cuidado! Me mojaste con tu bebida,

Προσοχή! Με έβρεξες με το ποτό σου

Podrías mojar una servilleta y limpiar la mancha,

Θα μπορούσες να μουσκέψεις μια χαρτοπετσέτα και να καθαρίσεις τον λεκέ

Me gusta mojar el burrito con mucha salsa,

Μου αρέσει να βουτάω το μπουρίτο σε πολλή σάλτσα

Estaría bien mojar las fresas en chocolate, ¿no crees?

Θα ήταν ωραίο να βουτήξεις τις φράουλες στη σοκολάτα, δεν νομίζεις;

2. μουσκεύω ψωμί

3. οικ, μτφ, μουσκεύω, κάνω πιπί το κρεβάτι, κατουριέμαι, Εl bebé mojó su pañal de nuevo,

Το μωρό μούσκεψε ξανά την πάνα του

4. βρέχω πρόσωπο, υγραίνω τα χείλη, El agua mojó a mi madre que estaba sentada cerca de la fuente,

Το νερό έβρεξε τη μητέρα μου που καθόταν κοντά στο σιντριβάνι

5. οικ, μτφ, γιορτάζω με ποτό μια επιτυχία, Vamos a mojar el ascenso de Gerardo después del trabajo hoy,

Θα γιορτάσουμε με ποτό την προαγωγή του Gerardo μετά τη δουλειά σήμερα

6. οικ, μτφ μουσκεύω στο αίμα κάποιον ή πρχ μοχαρ> μαχαιρώνω, mojaron a un hombre con un cuchillo,

Μαχαίρωσαν έναν άνδρα με ένα μαχαίρι

7. ρα, μτφ, μουσκεύομαι σε κάτι= εμπλέκομαι σε δουλειά, σαν να την βουτάω σε νερό,

moja en todos los negocios de su familia,

εμπλέκεται σε όλες τις επιχειρήσεις της οικογένειάς του

8. οικ, μτφ, για άντρα, μουσκεύω κάποια= πηδάω, como sigas así, no mojas en tu vida,

αν συνεχίσεις έτσι, δεν πηδάς στην ζωή σου

9. ραντ, μουσκεύομαι, βρέχομαι με υγρό, mójate el pelo, βρέξε τα μαλλιά σου

se me mojó la ropa, βράχηκαν τα ρούχα μου

10. μτφ, εμπλέκομαι, el negocio no le pareció claro y no quiso mojarse,

Η δουλειά δεν του φάνηκε καθαρή και δεν θέλησε να εμπλακεί

11. οικ, μτφ, μουσκεύομαι σε ένα θέμα= εκφράζομαι, παίρνω θέση, no se moja por nadie,

δεν εκφράζει τη γνώμη του για κανέναν

ή εκτίθεμαι, ρισκάρω, Yo me mojé por tu proyecto y ¿así es cómo me las pagas?

Εγώ ρίσκαρα με το πρότζεκτ σου και έτσι μου το ξεπληρώνεις;

12. οικ, βρέχομαι, κατουριέμαι για παιδί, mi hijo ya no se moja por la noche,

το παιδί μου δεν κατουριέται επάνω του το βράδυ

13. εκφ, mojarse de pies a cabeza (από την κεφαλή ως τα πόδια, από πάνω μέχρι κάτω), hasta los huesos (μέχρι το κόκαλο), 

Parecían cuatro gotas, pero nos mojamos hasta los huesos,

Φαινόταν λίγο ψιλόβροχο, αλλά βραχήκαμε μέχρι το κόκαλο

mojada 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του mojar, mojarse

2. μούσκεμα, μούλιασμα, βρέξιμο, βούτηγμα

3. μαχαίρωμα

mojado, da 1. ε, φων, ουρανικός, -ή, -ό

2. α, πράξη και αποτέλεσμα του mojar

3. θ, παπάρα, στην περιοχή Μούρθια

remojar 1. ρμ, πρχ περι-μουσκεύω, μουλιάζω κάτι, ρούχα, όσπρια,

has de remojar el jersey antes de lavarlo, πρέπει να μουλιάσεις το πουλόβερ πριν το πλύνεις

2. μτφ, γιορτάζω, διασκεδάζω πίνοντας, Traje champán para remojar tu ascenso,

Έφερα σαμπάνια για να γιορτάσουμε την άνοδό σου

3. ραντ, για άτομο, μουσκεύομαι, βρέχομαι, μουλιάζω, γίνομαι μούσκεμα,

nos hemos remojado con la lluvia, έχουμε γίνει μούσκεμα με την βροχή

remojo 1. α, μούλιασμα, μούσκεμα

2. εκφ, darse un remojo, μου δίνω ένα μούσκεμα= βρέχομαι

estar en remojo, είμαι σε μούλιασμα= μτφ, είμαι σε πάγωμα, παύση μέχρι να φτιάξει κάτι

poner en, a remojo, βάζω να μουλιάσει, μουσκέψει κάτι

pon el bacalao en remojo durante una hora,

βάλε τον μπακαλιάρο να μουλιάσει για μια ώρα

ή μτφ, αφήνω να ωριμάσει ένα θέμα, υπόθεση

remojón 1. α, οικ, κατάβρεξη από βροχή, μουσκίδι

2. βρέξιμο τελευταίο σε θάλασσα, μπάνιο, un último remojón y nos vamos, ¿ vale?

μια τελευταία βουτιά και φύγαμε, εντάξει;

3. βουτιά γρήγορη

4. εκφ, darse un remojón, κάνω μια γρήγορη βουτιά

¡Qué calor hace! Me voy a dar un remojón, Τι ζέστη είναι! Πάω να κάνω μια γρήγορη βουτιά

moje 1. α, μτθ μο-χε> χυ-μός= ζουμί, σάλτσα

mojo 1. α, σάλτσα στα Κανάρια νησιά, με λάδι, ξύδι, σκόρδο και κόκκινο πιπέρι

mojicón 1. α, κέικ με αμυγδαλόπαστα και ζάχαρη

2. τσουρεκάκι που βουτάμε στη σοκολάτα

3. οικ, πρχ μοχικον> μπουκέτο-ν, μπουνιά

4. εκφ, pegarle un mojicón a alguien, χώνω ένα μπουκέτο σε κάποιον

mojito 1. α, κοκτέιλ μοχίτο

molicie 1. θ, μαλακότητα στην επαφή, has comprado un pan con una molicie excesiva,

έχετε αγοράσει ένα ψωμί που με μια υπερβολική μαλακότητα

2. απαλότητα υλικού, la molicie de los cojines, η απαλότητα των μαξιλαριών

3. μαλθακότητα, μαλακός τρόπος ζωής, καλοζωία, τρυφηλότητα, άνεση,

La molicie en que vivimos a menudo nos hace olvidar lo difícil que la vida puede llegar a ser

Η μαλθακότητα στην οποία ζούμε συχνά μας κάνει να ξεχνάμε πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η ζωή

4. εκφ, caer en la molicie, πέφτω σε ραθυμία

dejarse llevar por la molicie, αφήνομαι= με κυριεύει η ραθυμία

molificar 1. ρμ, μαλακώνω, απαλαίνω, esta crema te ayudará a molificar las durezas,

Αυτή η κρέμα θα σε βοηθήσει να μαλακώσεις τους κάλους

blando, da πρχ μπλαντο> μλαξ= μαλακό

1. ε, μαλακός, ή,-ιά, -ó, για υλικό, επιφάνεια, un colchón blando, ένα μαλακό στρώμα

2. για κρέας, τρυφερός, -ή, -ó, un filete blando, ένα τρυφερό φιλέτο

3. για ναρκωτικά, μαλακός, -ή, -ιά, -ó, las drogas blandas, τα μαλακά ναρκωτικά

4. για χαρακτήρα, αδύναμος, -η, -o

5. για άτομο, ελαστικός, -ή, -ó, es muy blando con sus hijos,

είναι πολύ ελαστικός με τα παιδιά του

6. για λόγια, βλέμμα, τρυφερός, -ή, -ό, γλυκός, -ιά, -ó, una mirada blanda,

μια τρυφερή ματιά

7. γωλ, μαλακός, -ή, -ό

8. μσκ, σε ύφεση, σε μπεμόλ

9. α θ, αδύναμο άτομο σε χαρακτήρα

10. ελαστικός, -ή με τους άλλους

blando 1. επρ, μαλακά, απαλά

blandura ιδιότητα του blando, da

1. θ, μαλακότητα υλικού, επιφάνειας, απαλότητα

¿No tienen colchones con algo más de blandura?

Δεν έχετε στρώματα με λίγη περισσότερη απαλότητα;

2. τρυφερότητα κρέατος, La blandura y el sabor de esta carne son extraordinarios,

Η τρυφερότητα και η γεύση αυτού του κρέατος είναι εξαιρετικές

3. μαλακότητα χαρακτήρα, αδυναμία

4. μαλακότητα σε συναναστροφή, προσήνεια, γλυκύτητα, ελαστικότητα ατόμου,

Hay una especie de blandura inherente a todos los abuelos,

Υπάρχει ένα είδος γλυκύτητας έμφυτης σε όλους τους παππούδες και γιαγιάδες

5. ευμάρεια

6. μαλακότητα στα λόγια= κολακεία

7. μαλακότητα κλίματος, ηπιότητα

8. ιατ, μαλακτικό έμπλαστρο

blandón 1. α, δάδα κέρινη

2. μεγάλο κηροπήγιο

blanducho, cha, blandujo, ja 1. ε, οικ, για πράγμα, πολύ μαλακός, -ή, -ó, πλαδαρός, -ή, -ό

2. για άτομο, μαλθακός, -ή, -ό

3. λιπόψυχος, -η, -ο

blandengue 1. ε, για υλικό, πολύ μαλακός, -ή, -ό

2. για επιχείρημα, αδύναμος, -η, -o,

3. για άτομο, μαλθακός, -ή, -ό, νωθρός, -ή, -ό, πλαδαρός, -ή, -ό

4. λιπόψυχος, -η, -ο

5. α θ, καλοπερασάκιας

blandenguería 1. θ, μαλακότητα υλικού

2. πλαδαρότητα

3. μαλθακότητα, νωθρότητα

4. αδυναμία χαρακτήρα

5. λιποψυχία

blandicia 1. θ, απαλότητα υλικού στην υφή

2. κολακεία

ablandar 1. ρμ, ραντ, κυρ, μτφ, μαλακώνω ενα πράγμα, ablandar la cera, μαλακώνω το κερί,

el calor ablanda el asfalto, η ζέστη μαλακώνει την άσφαλτο,

Ese color de pelo te ablanda los rasgos, Αυτό το χρώμα μαλλιών σου μαλακώνει τα χαρακτηριστικά  

2. μαλακώνω τρόφιμο, κάνω πιο τρυφερό, ablandar la carne, μαλακώνω το κρέας

antes de cocinarlo ablandaron el pulpo a golpes,

Πριν το μαγειρέψουν, μαλάκωσαν το χταπόδι με χτυπήματα

3. μτφ, μαλακώνω τα πνεύματα, καλμάρω, μαλακώνω στάση, κάμπτω,

le ablandaron sus súplicas, τον μαλάκωσαν τα παρακάλια του

El padre se ablandó ante el dolor de su hijo,

Ο πατέρας μαλάκωσε μπροστά στον πόνο του γιου του, 

Sindicatos και asociaciones tratan de ablandar al Gobierno,

Συνδικάτα και ενώσεις προσπαθούν να κάμψουν την κυβέρνηση

4. μτφ, μαλακώνω ψυχικά= συγκινώ, αγγίζω, ablandó al público con su historia,

συγκίνησε το πλήθος με την ιστορία του

5. μτφ, μαλακώνω, μετριάζω τιμωρία, Los ruegos del niño consiguieron que su madre le ablandara el castigo,

Οι παρακλήσεις του παιδιού κατάφεραν να κάνουν τη μητέρα του να του μετριάσει την τιμωρία

6. μχν, στρώνω κινητήρα, para ablandar un motor nuevo, για το στρώσιμο ενός καινούργιου κινητήρα

7. ρα, μαλακώνει καιρός, η ένταση ανέμου, κρύου, κοπάζω, γλυκαίνω,

el invierno comenzaba a ablandar, o χειμώνας άρχισε να μαλακώνει,

A medida que se acerca la primavera, el invierno ablanda,

Καθώς πλησιάζει η άνοιξη, ο χειμώνας γλυκαίνει, μαλακώνει,

Fue entonces cuando el viento ablandó su intensidad y apareció el sol,

Ήταν τότε που ο άνεμος μείωσε> κόπασε την ένταση του και εμφανίστηκε ο ήλιος

8. ραντ, μαλακώνω = φοβάμαι, δειλιάζω, se ablandó al oír aquellos ruidos tan extraños,

φοβήθηκε ακούγοντας αυτούς τους τόσο παράξενους θορύβους

ablandabrevas 1. θ, οικ, μτφ, μαλακώνει-σύκα= μαλακός στην δουλειά, ακαμάτης, -ισσα

ablandador 1. α, μαλακτικό

2. σνθ, ablandador de agua, αποσκληρυντικό νερού

ablandamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του ablandar, ablandarse,

μαλάκωμα, ablandamiento de la tierra, μαλάκωμα του εδάφους

2. αποσκλήρυνση νερού

3. μτφ, μαλάκωμα πνευμάτων, χαρακτήρα, καλμάρισμα

4. μτφ, χαλάρωση έντασης

5. μαλάκωμα καιρού

blandear 1. ρα, μαλακώνω στην θέση μου, υποχωρώ, χαλαρώνω

2. μτφ, προσαρμόζομαι σε κάτι ή υπακούω σε κάποιον

3. ρμ, μτφ, μαλακώνω την θέση κάποιου= αλλάζω γνώμη, μεταπείθω,

No insistas, no me vas a blandear. No vas a jugar jueguitos antes de hacer la tarea,

Μην επιμείνεις, δεν πρόκειται να με μαλακώσεις. Δεν πρόκειται να παίξεις παιχνίδια πριν κάνεις την εργασία σου

4. ραντ, μαλακώνω σε κάτι, λυγίζω, κάμπτομαι

blandamente 1. επρ, μαλακά

2. απαλά

emblandecer 1. ρμ, μαλακώνω κάτι

2. ραντ, μαλακώνω για ουσία, υλικό

3. για άτομο, μαλακώνω, γίνομαι τρυφερός

reblandecer 1. ρμ, ραντ, πρχ περι- μαλακώνω= μαλακώνω κάτι, κάνω τρυφερό,

la humedad ha reblandecido el pan, η υγρασία έχει μαλακώσει το ψωμί

reblandecimiento 1. α, μαλάκωμα σε υλικό

2. μτφ, μαλάκωμα σε κάποιον, sus súplicas lograron el reblandecimiento del director,

τα παρακάλια του κατάφεραν το μαλάκωμα του διευθυντή

3. ιατ, μαλάκυνση

4. σνθ, reblandecimiento cerebral, ιατ, μαλάκυνση εγκεφάλου

Scroll to Top