MOCO

MOCO= ΠΡΧ ΜΥΚΗΤΑΣ, ΠΡΧ ΜΥΞΑ, ΠΡΧ ΜΟΥΡΓΑ ΛΑΔΙΟΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mixedema 1. θ, ιατ, μυξοίδημα

mixomatosis 1. θ, κτν, μυξωμάτωση

mixomicetos 1. α πλ, βοτ, μυξομύκητες

micosis 1. θ, ιατ, μύκωση, μυκητίαση

micelial 1. ε, βοτ, μυκηλιακός, -ή, -ό, σποροταξία

miceliano, na 1. ε, βοτ, μυκηλιακός, -ή, -ό

micelio 1. α, βοτ, μυκήλιο

micorriza 1. θ, βοτ, μυκόρριζα

micodermo 1. α, βοτ, μυκόδερμα

micología 1. θ, μυκητολογία

micológico, ca 1. ε, μυκητολογικός, -ή, -ό

micólogo, ga 1. α θ, μυκητολόγος

moco πρχ μύκητας, μύξα

1. α, μύξα μύτης, límpiate los mocos, καθάρισε τις μύξες σου

2. βλέννα

3. μτφ, άκρη του φυτιλιού, σαν μύξα, moco de mecha

4. μτφ, δάκρυ κεριού, moco de vela

5. μτφ, κάλλαιο, λειρί γαλοπούλας, αμάραντος, moco de pavo

6. μτφ, σκουριά, moco de hierro

7. ναυ, μτφ, παρυπήνη, κόντρα μουστάκι

8. εκφ, haberle quitado a alguien los mocos, μτφ, του έχω κόψει τις μύξες σε κάποιον=

τον έχω μεγαλώσει, αναθρέψει κάποιον, για να του θυμίσω την ευεργεσία

limpiarse, sonarse los mocos φυσάω, σκουπίζω τη μύτη μου

sacarse un moco, σκουπίζω τη μύτη μου

tener mocos, τρέχει η μύτη μου

llorar a moco tendido, μτφ, κλαίω με μύξα τέντα= κλαίω γοερά

no es moco de pavo, οικ, μτφ, δεν είναι κάλλαιο λειρί γαλοπούλας> για να τονίσω την σημασία, μέγεθος σε κάτι= αστείο, πλάκα, παίξε γέλασε, μικρο-πράγμα,

este trabajo no es moco de pavo, αυτή η δουλειά δεν είναι παίξε γέλασε

su sueldo no es moco de pavo, ο μισθός του δεν είναι μικρό-πράγμα

tirarse el moco, μτφ, τραβάει την μύξα του= κάνω τον κάμποσο σαν να μην με νοιάζει

mocoso, sa 1. ε, μυξιάρικο, -η, -o

2. α θ, υτμ, μυξιάρικο

mocosuena 1. επρ, traducir mocosuena, μεταφράζω όπως ηχεί η μύξα> λέξη=

κάνω κατά λέξη μετάφραση, κυριολεκτικά

mocar 1. ρμ, σκουπίζω τη μύξα= μύτη

2. ραντ, σκουπίζω τη μύτη μου

mocarrera 1. θ, οικ, μύξες

mocarro 1. α, οικ, μύξα

moquita 1. θ, πρχ μυξ-ίτα= μύξα

moquear 1. ρα, πρχ μυξ-ίζω= τρέχει η μύτη μου μύξες

moqueo 1. α, μύξες

moquero 1. α, πρχ μυξ-αρι= μυξο-μάντιλο

moquillo 1. α, πρχ μυξ-ούλα= συνάχι, καταρροή μύτης

2. κτν, νόσος του Carre για σκύλο,

ή κόρυζα των ορνιθίων

ή πανλευκοπενία της γάτας

mucilago, mucílago 1. α, πρχ μυκο-λογο= κόμμι, γλίσχρασμα

mucosa 1. θ, βλεννογόνος

mucosidad 1. θ, βλεννώδης υφή, βλεννώδες

mucoso, sa 1. ε, βλεννώδης, -ης, -ες, βλεννογόνος, -ος, -ο

mucoviscidosis 1. θ, ιατ, κυστική ίνωση, ινοκυστική νόσος

ascomiceto 1. α, βοτ, ασκο-μήκυτας

calamocano, na 1. ε, οικ, μτφ, που έχει πιει με καλαμάκι πολύ ή καλάρει> βρέξει> πιει= σουρωμένος, -η, -o, πιωμένος, -η, -ο

calamoco 1. α, πρχ καλαμακι νερού> σαν σταλακτίτης όταν παγώνει το νερό

mugre 1. θ, πρχ μουγρε> μουργα λαδιού= βρωμιά λιπώδης, λίγδα, λέρα

esta cocina está llena de mugre, αυτή η κουζίνα είναι γεμάτη λίγδα

mugriento, ta 1. ε, μουργ-ώδης= λιγδιάρης, -α, -ικο, λιγδωμένος, -η, -ο, βρωμιάρης, -α, -ικο,

este sofá está mugriento, αυτός ο καναπές είναι λιγδωμένος

mugroso, sa 1. ε, λιγδωμένος, -η, -ο, βρώμικος, -η, -ο

enmugrecer 1. ρα, πρχ εν-μουργίζω= βρωμίζω λιπαρά κάτι, λιγδιάζω

2. ραντ, βρωμίζομαι λιπαρά, λιγδιάζομαι, λερώνομαι

enmugrecimiento 1. α, λίγδιασμα, λέρωμα λιπαρό, βρόμισμα λιπαρό

emunción 1. θ, βιο, εκ-μύξωση= έκκριση

emuntorio 1. α, ανα, πρχ εκ-μυκητ-ήριο= σωλήνας, κανάλι σαν για έκκριση από σώμα,

όργανο αποτοξίνωσης

mecha πρχ μετσα> μύξα

1. θ, μτφ, μύξα= φυτίλι καντηλιού, κεριού, mecha de lámpara, vela

2. μτφ, πρχ μες, μπούκλα, τσουλούφι (με ανταύγεια)

3. μαγ, μτφ, φέτα από λαρδί για μαγείρεμα, mecha de tocino

4. τχν, ορυ, θρυαλλίδα, φυτίλι

5. σνθ, mecha de seguridad, lenta, βραδύκαυστη θρυαλλίδα, θρυαλλίδα ασφαλείας

6. εκφ, aguantar mecha, οικ, μτφ, αγαντάρω σα φυτίλι= υπομένω τιμωρία, επίπληξη,

a toda mecha, οικ, μτφ, με όλο το φυτίλι> φυτιλιασμένα= με φουλ ταχύτητα, σφαίρα, ολοταχώς, si no sales a toda mecha no llegarás a clase,

αν δεν βγεις σφαίρα δεν θα φτάσεις στο μάθημα

hacerse mechas, κάνω ανταύγειες, μες στο μαλλί

mechón 1. α, τούφα, τσουλούφι μαλλιών, mechón de cabello

2. θύσανος, τούφα για μαλλί ζώου

mechoso, sa 1. ε, με πολλές τούφες, θυσανωτός, -ή, -ó, φουντωτός, -ή, -ó

2. για μαλλί ζώου, χνουδωτός, -ή, -ό, χνουδάτος, -η, -ο, μαλλιαρός, -ή, -ό

mechar 1. ρμ, μαγ, πρχ μυξ-άρω= γεμίζω το κρέας με λαρδί, ζαμπόν κ.λπ. για να το ψήσω

mechazo 1. α, ορυ, τσαφ μύξας> θρυαλλίδα, φυτιλιού= αφλογιστία

mechera 1. θ, μαγ, πρχ μυξ-ιερα= σούβλα για λαρδί

mechero πρχ μετσερο> μυξ-άρι, μυτ-αρι

1. α, μτφ, αναπτήρας, επειδή έχει φυτίλι

2. τχν, μπεκ, καυστήρας για γκάζι

3. σωλήνας για το φυτίλι σε καντήλι, λυχνάρι, mechero de lámpara

4. κοίλωμα του κηροπηγίου όπου μπαίνει το κερί, mechero de candelera

5. σνθ, mechero Bunsen, λυχνία Bunsen

mechero de gas, μπεκ γκαζιού

mechero, ra 1. α θ, οικ, μτφ, πρχ μυταρης> κλέφτης, -α καταστημάτων, επειδή χώνεται

mechador 1. α, μαγ, πρχ μυξο-τηρ= σούβλα για λαρδί

Scroll to Top