MODA

MODΑ= ΠΡΧ ΜΟΔΑ, ΠΡΧ ΣΥΜ-ΜΕΤΡΟ> ΑΝΕΤΟ, ΒΟΛΙΚΟ, ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ,

ΠΡΧ ΚΟΜΟΔΙΝΟ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΒΟΛΙΚΟΥ, ΑΝΕΤΟΥ, ΠΡΧ ΜΟΝΤΕΛΟ, ΚΑΛΟΥΠΙ,

ΠΡΧ ΜΟΝΤΕΡΝΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

moda 1. θ, μόδα για ντύσιμο, la moda española de esta temporada es clásica,

η ισπανική μόδα αυτή την σεζόν είναι κλασική

vestir a la moda, ντύνομαι σύμφωνα με τη μόδα

Estoy leyendo un libro sobre la moda de los años cincuenta,

Διαβάζω ένα βιβλίο για τη μόδα της δεκαετίας του 1950

2. μτφ, μόδα σε κάτι, τάση, χρήση τρέχουσα σε κάτι,

el teléfono móvil no deja de ser una moda,

το κινητό τηλέφωνο δεν σταματά να είναι μια μόδα

¿Qué crees de esta moda de hacerse selfies y publicarlos en las redes sociales?

Τι πιστεύεις για αυτή την τάση να βγάζεις selfies και να τις ανεβάζεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

3. εκφ, estar, ponerse de moda, είμαι της μόδας, está de moda hacer esquí acuático,

είναι της μόδας να κάνεις θαλάσσιο σκι

los tatuajes se han puesto de moda, τα τατουάζ έχουν γίνει της μόδας

estar pasado de moda, έχει φύγει από τη μόδα

ir a la última moda, ακολουθώ αυστηρά τη μόδα

pasado de moda, ξεπερασμένος, ντεμοντέ

pasar de moda, φεύγει κάτι από τη μόδα

seguir la moda, ακολουθώ τη μόδα

ser la última moda, είναι η τελευταία λέξη της μόδας

modisto, ta 1. α θ, μόδιστρος, μοδίστρα

2. σχεδιαστής, σχεδιάστρια μόδας

modistilla 1. θ, οικ, μαθήτρια μοδιστρικής

2. υτμ, μοδιστρούλα

modistería 1. θ, επάγγελμα μοδιστρικής

2. ενδύματα ραμμένα στο χέρι

demodé 1. ε, ντεμοντέ, παλιο-μοδίτικος, -η, -ο, una melodía demodé, μια μελωδία ντεμοντέ

modelo 1. α θ, μοντέλο, μανεκέν, modelo publicitario, μοντέλο για διαφημίσεις

2. α, μοντέλο για κάτι, υπόδειγμα, πρότυπο, modelo de escritura, πρότυπο γραφής,

su valentía es un modelo para nosotros, η γενναιότητα είναι ένα υπόδειγμα για εμάς

3. ένδυμα μοντέλο, lleva un modelo de la nueva colección,

φοράει μοντέλο από την τελευταία κολεξιόν

pase de modelos, επίδειξη μόδας

4. για προϊόν= μοντέλο, τύπος, είδος, ese modelo ya no se fabrica,

αυτό το μοντέλο δεν παράγεται πλέον

un coche último modelo, ένα αυτοκίνητο τελευταίο μοντέλο

5. μοντέλο σε μικρογραφία, μινιατούρα, μακέτα, tiene un modelo de un coche de 1920,

έχει ένα αυτοκίνητο μινιατούρα του 1920

modelo reducido, μοντέλο σε σμίκρυνση

6. θεωρητικό μοντέλο, παράδειγμα, modelo económico, οικονομικό μοντέλο

modelo de conjugación verbal, παράδειγμα κλίσης ρημάτων

7. εκφ, servir de modelo, χρησιμεύω ως πρότυπο

tomar algo, a alguien como modelo, θεωρώ κάτι, κάποιον ως πρότυπο

supermodelo 1. α θ, σούπερ μόντελ, τοπ μόντελ

modélico, ca 1. ε, σαν μοντέλο= μοντελικός, -ή, -ό, υποδειγματικός, -ή, -ó, πρότυπος, -η, -o,

tener un comportamiento modélico έχει υποδειγματική συμπεριφορά

modelismo 1. α, μοντελισμός

modelista 1. α θ, μοντελιστής, -ια, el modelista del edificio presentó su obra a un concurso,

ο μοντελιστής του κτηρίου παρουσίασε το έργο του σε ένα διαγωνισμό

es un modelista de coches antiguos, είναι ένας μοντελιστής παλιών αμαξιών

2. προπλάστης, που φτιάχνει καλούπια για διάφορα υλικά

3. προτυποποιός

modelito 1. α, οικ, για ρούχο, μοντελάκι, συνολάκι, llevaba un modelito rojo,

φορούσε ένα κόκκινο συνολάκι

modelar 1. ρμ, ρα, πλάθω μοντέλο με υλικό, él modela en barro, αυτός πλάθει με πηλό

2. ρμ, ραντ, μτφ, δια-πλάθω, διαμορφώνω συμπεριφορά, χαρακτήρα,

la familia influye mucho al modelar el carácter,

η οικογένεια επηρεάζει πολύ όταν διαπλάθεται ο χαρακτήρας

3. ραντ, προσαρμόζομαι, συμ-μορφώνομαι σε κάποιο μοντέλο, πρότυπο,

su actitud se modela a las leyes establecidas,

η στάση του συμμορφώνεται στους υπάρχοντες νόμους

modelado 1. α, πλάσιμο πηλού ή γλυπτού

ή τεχνική πλασίματος, modelado artesanal del vidrio, πλάσιμο χειροτεχνικό του υαλού

2. γωλ, διαμόρφωση εδάφους

3. μτλ, σύνολο από μέσα και διαδικασίες για την κατασκευή μοντέλων

modelador, ra 1. ε, α θ, που πλάθει μοντέλα από πηλό, μαλακών υλικών,

δια-πλαστικός, -ή, -ό, πλάστης, -ια

2. μτφ, δια-πλαστικός, -ή, -ό, διαμορφωτικός, -ή, -ó, πλάστης, -ια,

El clima aparece aquí como el agente modelador de la biología,

Το κλίμα εμφανίζεται εδώ ως ο διαμορφωτικός παράγοντας της βιολογίας

3. α θ, ρυθμιστής, -ια

modelable 1. ε, εύ-πλαστος, -η, -ο, la arcilla es un material muy modelable,

ο άργιλος είναι ένα υλικό πολύ εύπλαστο

modelaje 1. α, πλάσιμο μοντέλων από πηλό, μαλακά υλικά

remodelar 1. ρμ, πρχ αλλάζω το μοντέλο> όψη σε κάτι= ανακαινίζω, αναπλάσω,

han remodelado la parte vieja de la ciudad, έχουν αναπλάσει το παλιό μέρος της πόλης

voy a remodelar el salón, θα ανακαινίσω το σαλόνι

2. μτφ, αλλάζω το μοντέλο σε οργάνωση, σύνθεση, ανασχηματίζω, αναδιοργανώνω,

el nuevo director remodeló por completo la empresa,

ο νέος διευθυντής αναδιοργάνωσε εντελώς την εταιρία

remodelación 1. θ, ανακαίνιση, ανάπλαση

2. ανασχηματισμός, αναδιοργάνωση

moderno, na 1. ε, της τώρα εποχής, χρόνου, μοντέρνος, -α, -o, es un escritor moderno,

είναι ένας συγγραφέας μοντέρνος

2. για ιδεολογία, συνήθειες, μοντέρνος, -α, -o, νεωτερικός, -ή, -ó, σύγχρονος, -η, -o,

es un hombre de ideas modernas, είναι ένας άντρας με ιδέες μοντέρνες

3. για εποχή μεταξύ 15ου και 18ου αιώνα, es uno de los especialistas de la historia moderna,

είναι ένας σπεσιαλίστας της μοντέρνας ιστορίας

4. για άτομο με λίγο χρόνο σε δραστηριότητα, καινούριος, -α, -ο, νέος, -α, -ο,

han entrado varios profesores modernos en el centro,

έχουν μπει αρκετοί νέοι καθηγητές στο κέντρο

5. α, μαθητής ή μέλος νέο σε κοινότητα

6. α πλ, άτομα που ζουν στην σύγχρονη εποχή, μοντέρνοι

7. εκφ, a la moderna ή a lo moderno, σύμφωνα με τον μοντέρνο τρόπο, μοντέρνα,

no se han casado sino que conviven a lo moderno,

δεν έχουν παντρευτεί αντίθετα συζούν με τον μοντέρνο τρόπο

modernidad 1. θ, μοντερνικότητα σε κάτι, νεωτερικότητα

La diseñadora quiso darle un aire de modernidad a la sala de estar,

Η σχεδιάστρια θέλησε να δώσει μια ατμόσφαιρα νεωτερικότητας στο σαλόνι

2. τεχ, νεωτερισμός, μοντερνισμός

modernismo 1. α, τεχ, λγτ, νεωτερισμός, μοντερνισμός

2. αγάπη υπερβολική προς το μοντέρνο

modernista 1. ε, α θ, τεχ, μοντερνιστικός, -ή, -ó, νεωτεριστικός, -ή, -ό,

πρωτοποριακός, -ή, -ό, μοντερνιστής, -ια

modernez 1. θ, οικ, υτμ, μοντερνιά

modernizar 1. ρμ, δίνω μοντέρνα όψη, αέρα σε κάτι, ανανεώνω, εκσυγχρονίζω, νεωτερίζω,

vamos a modernizar la decoración, θα ανανεώσουμε την διακόσμηση

2. ραντ, μοντερνίζομαι, ανανεώνομαι, εκσυγχρονίζομαι,

con su viaje a Estados Unidos, se ha modernizado mucho,

με το ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εκσυγχρονιστεί πολύ

modernización 1. θ, ανανέωση, εκσυγχρονισμός

modernizador, ra 1. ε, μοντερνιστικός, -ή, -ό, εκσυγχρονιστικός, -ή, -ό

modernizante 1. ε, μοντερνίζων= εκσυγχρονιστικός, -ή, -ό, νεωτεριστικός, -ή, -ό,

νεωτερικός, -ή, -ό

modernamente 1. επρ, λίγο χρόνο πριν, πρόσφατα, εσχάτως

2. μοντέρνα, στη σύγχρονη εποχή

posmodernismo, postmodernismo 1. α, τεχ, μετα-μοντερνισμός, μετανεωτερισμός

posmodernista, postmodernista 1. ε, τεχ, μετανεωτερικός, -ή, -ó

posmoderno, na, postmoderno, na 1. ε, α θ, μετανεωτερικός, -ή, -ó, μεταμοντέρνος, -α

posmodernidad, postmodernidad 1. θ, μετανεωτερικότητα, μεταμοντερνικότητα

ultramoderno, a 1. ε, υπερμοντέρνος, -α, -o

modo 1. α, πρχ μοντο> μέτρο, bebes sin modo, πίνεις χωρίς μέτρο

explícale lo que piensas, pero con modo, εξήγησε του αυτό που σκέφτεσαι, αλλά με μέτρο

2. μέτρο με το οποίο κάνω κάτι= τρόπος, μέθοδος, modo de vida τρόπος ζωής,

hay modos más fáciles de hacerlo, υπάρχουν πιο εύκολοι τρόποι να το κάνεις

ή ατομικό μέτρο που κάνω κάτι= τρόπος μου, viste a su modo y no según las modas,

ντύνεται με τον τρόπο του και όχι σύμφωνα με τις μόδες

3. γρμ, έγκλιση, modo potencial, δυνητική έγκλιση

4. πλφ, κατάσταση λειτουργίας

5. σνθ, modo de articulación, τρόπος εκφοράς

modo de edición, επεξεργασία εγγράφου, τρόπος σύνταξης

modo de empleo, οδηγίες χρήσης

modo gráfico, λειτουργία με γραφικά, αναπαράσταση εικόνων

modo mayor, menor, μσκ, μείζων, ελάσσων κλίμακα

6. εκφ, a mi, su modo de ver, κατά τη γνώμη μου, του

a mi, tu, su modo, με το δικό μου, σου, του, της τρόπο

a mi modo de ver, κατά την άποψή μου

a modo de, ως, για, le pusieron una cinta a modo de collar,

του έβαλαν μια κορδέλα για κολιέ

de cualquier modo, όπως να ’ναι, όπως-όπως, no escribas de cualquier modo,

μην γράφεις όπως-όπως

ή εν πάση περιπτώσει, όπως και να έχει το πράγμα

de modo que, με μέτρο τέτοιο> έτσι, ούτως ώστε, te lo explicaré de modo que lo entiendas,

θα σου το εξηγήσω ούτως ώστε να το καταλάβεις

– ¿le invitamos? – ¡de ningún modo! – να τον καλέσουμε; – με τίποτα!

de otro modo, αλλιώς, διαφορετικά, hazlo de otro modo, καν’ το αλλιώς

de otro modo, no habría ido, διαφορετικά, δεν θα είχα πάει

de tal modo que, ούτως ώστε, με τέτοιον τρόπο που

de todos modos, πάντως, όπως και να έχει (το πράγμα)

de un modo taxativo, με ένα τρόπο ταξινομητικό= με ακρίβεια ή κατηγορηματικά

de un modo u otro, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο

dicho de otro modo, με άλλα λόγια, δηλαδή

en cierto modo, κατά κάποιον τρόπο

en modo alguno, με τίποτα, με κανέναν τρόπο

sobre modo, πρχ σουπερ μέτρο= άφθονα ή υπερβολικά

¡y de qué modo! οικ, και με τι τρόπο!

modos 1. α πλ, πρχ μέτρα συμπεριφοράς= τρόποι, συμπεριφορά,

¡vaya modos! ωραία συμπεριφορά!

¡no vuelvas a hablarme con esos modos!, μην μου ξαναμιλήσεις με αυτούς τους τρόπους!

2. εκφ, de, con buenos, malos modos, με καλό, κακό τρόπο, ευγενικά, αγενώς,

con buenos modos se consigue todo, με καλό τρόπο, ευγένεια κατορθώνεται το παν

lo dijo de muy malos modos, το είπε με πολύ αγενή τρόπο

modus vivendi 1. α, πρχ μέτρο βιωτής= τρόπος ζωής

modus operandi 1. α, τρόπος λειτουργίας

sobremodo 1. επρ, πρχ υπερ-μετρα= υπερβολικά

2. πάρα πολύ

modoso, sa 1. ε, που συμπεριφέρεται με μέτρο, μετρημένος, -η, -ο, σεβαστικός, -ή, -ό,

los niños se comportaron de forma modosa ante los invitados,

τα παιδιά συμπεριφέρθηκαν με τρόπο μετρημένο προ των καλεσμένων

2. επιφυλακτικός, -ή, -ό, συγκρατημένος, -η, -ο, chico tímido y modoso,

παιδί ντροπαλό και επιφυλακτικό

3. που κρατάει τους τύπους, τυπικός, -ή, -ό

modosidad 1. θ, σεβαστικότητα, μετρημένη στάση

2. επιφυλακτικότητα

3. τυπικότητα

modismo 1. α, γρμ, μετρ-ισμός λεκτικός= ιδιωματισμός

modal 1. ε, γρμ, τροπικός, -ή, -ό, εγκλιτικός, -ή, -ό, el presente es un tiempo modal,

ο ενεστώτας είναι ένας χρόνος εγκλιτικός

modales 1. α πλ, τρόποι, modales distinguidos, finos, εξαίρετοι, καλοί τρόποι

es un joven de modales distinguidos, είναι ενας νεαρός με εξαιρετικούς τρόπους

2. εκφ, tener buenos, malos modales, έχω καλούς, κακούς τρόπους

¡vaya modales! ωραία συμπεριφορά!

modalidad 1. θ, πρχ μετρό-τητα σε κάτι= τρόπος, τροπικότητα, τύπος, είδος,

es una exposición de una nueva modalidad artística,

είναι μια έκθεση από μια νέα καλλιτεχνική τροπικότητα,

modalidad de pago, τρόπος πληρωμής

el producto se presenta en varias modalidades, το προϊόν διατίθεται σε διάφορους τύπους

2. αθλ, μέτρο ανταγωνισμού= κατηγορία, participa en la modalidad de dobles masculinos,

συμμετέχει στο διπλό ανδρών

3. πλφ, λειτουργικό σύστημα, aún trabaja en modalidad MS-DOS,

ακόμα δουλεύει με λειτουργικό MS-DOS

moderar 1. ρμ, πρχ δίνω μέτρο σε ένταση, ταχύτητα, μετριάζω, μειώνω,

modera la velocidad que hay curvas, μείωσε την ταχύτητα γιατί υπάρχουν στροφές

2. ραντ, μετριάζομαι, συγκρατούμαι, μειώνομαι, su odio hacia mí se ha moderado,

το μίσος του προς εμένα έχει μετριαστεί

el consumo de alcohol se ha moderado, η κατανάλωση αλκοόλ μετριάστηκε, μειώθηκε

modérate, συγκροτήσου, έσω εγκρατής

3. ρμ, δίνω μέτρο σε συζήτηση, διάλογο, ρυθμίζω, συντονίζω,

el presentador moderó la tertulia, ο παρουσιαστής ρύθμισε την συζήτηση

moderación 1. θ, μετριασμός, μείωση έντασης,

la moderación del viento nos permitió salir a navegar,

η μείωση του ανέμου μας επέτρεψε να βγούμε για να πλεύσουμε

2. μέτρο στην ένταση όταν ομιλώ, πράττω, μετριοπάθεια, σύνεση,

nos expuso sus quejas con moderación, μας έκθεσε τα παράπονα του με μέτρο

bebe con moderación, πίνε με μέτρο

inmoderación 1. θ, πρχ αμετρότητα σε κάτι= έλλειψη μέτρου, υπερβολή

moderadamente 1. επρ, πράττω, ομιλώ με μέτρο εντάσεως, μετριοπαθώς, μετρημένα

inmoderadamente 1. επρ, άμετρα, χωρίς μέτρο, υπερβολικά

moderado, da 1. ε, για συμπεριφορά, ομιλία, μετριοπαθής, -ής, -ές, μετρημένος, -η, -ο, intenta ser más moderado en tus palabras,

προσπάθησε να είσαι πιο μετρημένος με τα λόγια σου

2. για ένταση, τιμές, μέτριος, -α, -ο, λογικός, -ή, -ό, προσιτός, -ή, -ό,

se prevén temperaturas moderadas, προβλέπονται θερμοκρασίες μέτριες

El nuevo restaurante ofrece un amplio menú de platos japoneses a precios moderados,

Το νέο εστιατόριο προσφέρει ένα ευρύ μενού από ιαπωνικά πιάτα σε προσιτές τιμές

3. για άτομο, μετριοπαθής, -ής, -ές, εγκρατής, -ής, -ές, συνετός, -ή, -ό, σεμνός, -ή, -ό

Mario es una persona moderada que no comete excesos,

Ο Μάριο είναι ένα μετριοπαθές άτομο που δεν κάνει υπερβολές

4. πολ, μεσαίος, -α, -ο, κεντρώος, -α, -ο, prefiere los partidos moderados a los extremistas,

προτιμά τα μεσαία, κεντρώα κόμματα από τα ακραία

5. α θ, μετριοπαθής

inmoderado, da 1. ε, πρχ ανευ-μέτρου= άμετρος, -η, -ο, υπερβολικός, -ή, -ό

moderantismo 1. α, μετριοπαθής πολιτική στάση

moderador 1. α, φσκ, μετριαστής= επιβραδυντής

2. τχν, που δίνει μέτρο= ρυθμιστής

3. σνθ, moderador de grafito, επιβραδυντής γραφίτη

moderador, ra 1. ε, α θ, που δίνει μέτρο= συντονιστικός, -ή, -ó, ρυθμιστικός, -ή, -ό, συντονιστής, -ια, ρυθμιστής, -ια

moderato, moderado 1. επρ, μσκ, μέτρια ρυθμική αγωγή, μοντεράτο

modesto, ta 1. ε, για άτομο, πρχ μετρο-στατος= μετριόφρων, -ων, -ον, ταπεινός, -ή, -ό,

no te contará sus triunfos porque es muy modesto,

δεν θα σου διηγηθεί τους θριάμβους τους γιατί είναι πολύ μετριόφρων

2. για κοινωνική θέση, ζωή, μέτριος, -α, -ο, απλός, -ή, -ó, διακριτικός, -ή, -ό,

llevan una vida modesta, sin privaciones, έχουν μια ζωή μέτρια, χωρίς στερήσεις

3. μετρημένος σε επίπεδο, λιτός, -ή, -ó, ταπεινός, -ή, -ó,una casa modesta, ένα σπίτι ταπεινό

4. μετρημένος σε ντροπή, ντροπαλός, -ή, -ό, σεμνός, -ή, -ό,

Tania es muy modesta, Η Τάνια είναι πολύ ντροπαλή

5. α θ, μετριόφρων, ταπεινός, -ή

inmodesto, ta 1. ε, μη μετριόφρων, -ων, -ον, κομπορρήμων, -ων, -ον

modestia 1. θ, μετριοφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, me encanta su modestia,

λατρεύω την ταπεινοφροσύνη του

2. απλότητα σε τρόπους, λιτότητα, vive con modestia, ζει λιτά

3. σεμνότητα

4. εκφ, modestia aparte, χωρίς μετριοφροσύνη

inmodestia 1. θ, έλλειψη μετριοφροσύνης, κομπορρημοσύνη

modestamente 1. επρ, μετριοφρόνως, σεμνά, ταπεινά

módico, ca 1. ε, για τιμή, ποσότητα, μέτριος, -α, -ο, προσιτός, -ή, -ό, ολίγος, -η, -ο,

me parece un precio módico, μου φαίνεται μια τιμή προσιτή

modicidad 1. θ, μετριότητα, προσιτότητα σε τιμή

módicamente 1. επρ, μετρημένα, προσιτά

modificar 1. ρμ, πρχ μετρο-φιάχνω= τροπο-ποιώ, el director decidió modificar los planes,

ο διευθυντής αποφάσισε να τροποποιήσει τα πλάνα

¿Es posible modificar el logo? No me gustan los colores,

Είναι δυνατόν να τροποποιήσω το λογότυπο; Δεν μου αρέσουν τα χρώματα

2. γλγ, τροπο-ποιώ, el adverbio modifica al verbo, το επίρρημα τροποποιεί το ρήμα,

3. ραντ, μετριάζω, su actitud se modificó tras meditar sobre el asunto

Η στάση του μετριάστηκε αφού σκέφτηκε το θέμα

4. ρμ, ραντ, μετατρέπω, μεταποιώ ένα πράγμα, μεταμορφώνω, -ομαι, αλλάζω,

La ciudad se modificó de la noche a la mañana con la llegada de los inmigrantes,

Η πόλη άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη με την άφιξη των μεταναστών

5. ραντ, τροποποιούμαι, μεταβάλλομαι, αλλάζω,

con el paso del tiempo se modificó su manera de pensar,

Με την πάροδο του χρόνου, ο τρόπος σκέψης του άλλαξε

modificación 1. θ, τροποποίηση, la modificación del horario laboral,

η τροποποίηση του εργασιακού ωραρίου

2. μετατροπή, μεταβολή, μεταποίηση

modificable 1. ε, τροποποιήσιμος, -η, -ο

2. μετατρέψιμος, -η, -ο, μεταποιήσιμος, -η, -ο

modificativo, va 1. ε, τροποποιητικός, -ή, -ό

modificatorio, ria 1. ε, τροποποιών, -ούσα, -ούν

modificador, ra 1. ε, τροποποιητικός, -ή, -ό, es una explicación modificadora de la tesis,

είναι μια εξήγηση τροποποιητική της διατριβής

2. γλγ, τροποποιητικός, -ή, -ό

modificador 1. α, γλγ, τροποποιητής

módulo 1. α, μέτρο σαν μονάδα μέτρησης συμβατικά σε κάτι, ενότητα, μέτρο, εμβάτης,

2. στοιχείο, τεμάχιο, κομμάτι, el mueble está formado por seis módulos,

το έπιπλο είναι σχηματισμένο από 6 τεμάχια

Seis módulos de metal serán suficientes para fabricar una taquilla,

Έξι μεταλλικές κομμάτια θα είναι αρκετά για να φτιάξουν ένα ντουλάπι

3. μέτρο που ακολουθείται σαν τύπος, πρότυπο, πατρόν για κάτι,

todas las viviendas de la calle repiten el módulo,

όλα τα σπίτια του δρόμου επαναλαμβάνουν το πρότυπο

4. μσκ, μέλος, διατόνιση

5. εκπ, κλάδος επιστήμης, estudia un módulo de electrónica,

σπουδάζει ένα κλάδο της ηλεκτρονικής

6. σνθ, módulo de cocina, εξοπλισμός κουζίνας

módulos profesionales, σεμινάρια επαγγελματικής κατάρτισης

modular 1. ρμ, δίνω μέτρο στον τόνο της φωνής, διαμορφώνω αρμονικά,

tienes que aprender a modular para actuar mejor,

πρέπει να μάθεις να διαμορφώνεις για να ερμηνεύσεις καλύτερα

2. ηκν, ρυθμίζω συχνότητα

3. μσκ, περνάω από την μια τονικότητα στην άλλη

modulación 1. θ, διαμόρφωση, ρύθμιση φωνής

2. ηκν, διαμόρφωση,ρύθμιση συχνότητας

modulado, da 1. ε, frecuencia modulada, διαμορφωμένη συχνότητα

modulador, ra 1. ε, διαμορφωτικός, -ή, -ó, ρυθμιστικός, -ή, -ó

modular 1. ε, αποτελούμενο από μέτρα= δομοστοιχειωτός, -ή, -ό, σπονδυλωτός, -ή, -ó, αρθρωτός, -ή, -ό

modulador 1. α, διαμορφωτής, ρυθμιστής

demodulador 1. α, αποδιαμορφωτής

demodular 1. ρμ, ηκν, αποδιαμορφώνω

demodulación 1. θ, ηκν, αποδιαμόρφωση

molde 1. α, πρχ μολντε> μοντέλο για υλικό= φόρμα, καλούπι, εκμαγείο,

molde de tarta, φόρμα για τάρτα

2. τυπ, καλούπι, μήτρα

3. πατρόν, κάθε εργαλείο με το οποίο μπορείς να δώσεις σχήμα σε κάτι

4. μτφ, μοντέλο νόμων, κανόνες, su comportamiento rompe todos los moldes sociales,

η συμπεριφορά του σπάει όλα τα κοινωνικά μοντέλα

5. μτφ, μοντέλο, παράδειγμα, πρότυπο να ακολουθήσω, él es el molde de la virtud,

αυτός είναι το μοντέλο της αρετής

6. εκφ, de molde, από μοντέλο= εκτυπωμένο από μήτρα, letra de molde, γράμμα από μήτρα

romper moldes, σπάω το καλούπι

romperse el molde, σπάει το καλούπι, είμαι μοναδικός στο είδος μου,

contigo se rompió el molde, μετά από εσένα ο Θεός έσπασε το καλούπι

venir, ir algo de molde, μου έρχεται κουτί, ese vestido te viene de molde,

αυτό το φόρεμα σου έρχεται κουτί

moldar 1. ρμ, ρίχνω σε φόρμα υλικό, moldó la carne picada para hacer albóndigas,

έριξε σε φόρμα το κιμά για να φτιάξει μπιφτέκια

2. κατ, κοσμώ με κυμάτιο

3. χύνω σε καλούπι

amoldar 1. ρμ, προσαρμόζω, συμμορφώνω σε μοντέλο,

no puedes amoldar ésta ley a la situación actual,

δεν μπορείς να προσαρμόσεις αυτό τον νόμο στη σύγχρονη πραγματικότητα

2. ραντ, πρχ βάζω σε μοντέλο> ταιριάζω, προσαρμόζομαι για υλικό,

los zapatos no se amoldan bien al pie, τα παπούτσια δεν ταιριάζουν καλά στο πόδι

3. για άτομο, προσαρμόζομαι, ταιριάζω, tuvo que amoldarse al nuevo maestro,

χρειάστηκε να προσαρμοστεί στο νέο δάσκαλο

amoldamiento 1. α, καλούπωμα υλικού

2. προσαρμογή, ταίριασμα

amoldable 1. ε, για άτομο, προσαρμόσιμος, -η, -ο, προσαρμοστικός, -ή, -ό, ήπιος, -α, -o,

carácter amoldable, ήπιος χαρακτήρας

es muy amoldable a cualquier ambiente,

προσαρμόζεται εύκολα σε οποιοδήποτε περιβάλλον

2. για πράγμα, προσαρμόσιμος, -η, -o, funda amoldable a varios modelos,

κάλυμμα προσαρμόσιμο σε διάφορα μοντέλα αυτοκινήτου

desmoldar 1. ρμ, πρχ ξε-μοντελιαζω= βγάζω από την φόρμα, ξεφορμάρω,

antes de desmoldar un pastel hay que dejarlo reposar unos minutos,

πριν να ξεφορμάρεις το κέικ πρέπει να το αφήσετε να ξεκουραστεί για μερικά λεπτά

moldeo 1. α, μτλ, χύτευση, καλούπωμα

moldear 1. ρμ, βάζω σε μοντέλο υλικό= καλουπώνω, φορμάρω, δίνω σχήμα,

moldear un bizcocho, φορμάρω εν μπισκότο

2. κάνω φόρμα στο μαλλί, περμανάντ

3. μτφ, διαπλάθω, διαμορφώνω χαρακτήρα, el matrimonio moldeó su carácter,

ο γάμος διέπλασε τον χαρακτήρα του

4. βγάζω το καλούπι, primero moldeó un caballo y luego lo hizo en yeso,

πρώτα έβγαλε το καλούπι ενός αλόγου και μετά το έφτιαξε σε γύψο

moldeado 1. α, φόρμα μαλλιού, ελαφριά περμανάντ

2. χύτευση, καλούπωμα υλικού, está aprendiendo el moldeado en cera,

μαθαίνει το καλούπωμα σε κερί

3. μτφ, διάπλαση, διαμόρφωση χαρακτήρα

moldeador, ra 1. ε, καλουπωτικός, -ή, -ό, που καλουπώνει

2. διαπλαστικός, -ή, -ό

3. α θ, τεχνίτης, -ια καλουπιών

moldeable 1. ε, για υλικό, διαπλάσιμος, -η, -ο, διαμορφώσιμος, -η, -o,

el yeso es una sustancia moldeable, ο γύψος είναι μια ουσία διαπλάσιμη

2. μτφ, διαπλάσιμος, -η, -ο, διαμορφώσιμος, -η, -o

moldurar 1. ρμ, κατ, τοποθετώ κορνίζα, δοκίδα, περίζωμα

moldura 1. θ, καλούπι

2. ατκ, κατ, κυμάτωση, δοκίδα, γείσωμα, ποδιά, περίζωμα, πηχάκι

3. κορνίζα, πλαίσιο κάδρου

4. σνθ, moldura cromada, επιχρωμιωμένη κορνίζα

moldura ovalada, ωοειδές περίζωμα

5. εκφ, sacar una moldura, κατασκευάζω ένα γείσωμα

cómoda 1. θ, έπιπλο τουαλέτα, πρχ κομό

comodín πρχ συμ-μετρο> που κάνει για όλα τα μέτρα

1. α, για χαρτιά, μπαλαντέρ, τζόκερ, ατού

2. για άτομο, μπαλαντέρ, πασπαρτού, es el comodín del equipo,

είναι o μπαλαντέρ, πασπαρτού της ομάδας

3. τετριμμένη λέξη που λέγεται πολύ, utiliza bastante comodines como “esto” o “cosa “, χρησιμοποιεί συχνά λέξεις τετριμμένες, όπως ‘’αυτό’’ ή ‘’πράγμα’’

4. πλφ, τζόκερ, χαρακτήρας τζόκερ, χαρακτήρας αναπλήρωσης, μεταχαρακτήρας

cómodo, da πρχ σύμ-μετρο> που κάνει για όλα τα μέτρα

1. ε, που απαιτεί λίγη προσπάθεια, άνετος, -η, -ο, εύκολος, -η, -ο,

trabajo cómodo, δουλειά άνετη

2. που προσφέρει άνεση, αναπαυτικός, -ή, -ό, άνετος, -η, -o,

una cama cómoda, ένα αναπαυτικό κρεβάτι

3. βολικός, -ή, -ό, εξυπηρετικός, -ή, -ó, bañera cómoda, μπανιέρα βολική,

es más cómodo ir en coche, είναι πιο βολικό να πάς με αμάξι

4. εκφ, ir, ponerse, sentirse cómodo, είμαι άνετος, βολεύομαι, νιώθω άνετα

comodón, ona 1. ε, α θ, μτφ, που τα θέλει όλα σύμμετρα= τεμπέλης, -α, -ικο

2. άτομο που του αρέσουν οι ανέσεις, βολεψάκιας

incomodo 1. α, πρχ κάτι α-σύμ-μετρο με το θέλω μου = ενόχληση, δυσφορία, ξεβόλεμα,

no es para mí ningún incomodo llevarle las maletas,

δεν είναι για μένα κανένα ξεβόλεμα να σας μεταφέρω τις βαλίτσες

incómodo, da 1. ε, για θέση σώματος, α-σύμμετρο με το κανονικό= άβολος, -η, -o,

postura incómoda, άβολη στάση

2. ε, άβολος, -η, -ο, es muy incómodo viajar en autobús,

είναι πολύ άβολο να ταξιδεύεις με λεωφορείο

3. για έπιπλο, άβολος, -η, -o, sofá incómoda, άβολος καναπές

4. μτφ, α-σύμμετρο ψυχικά, στενάχωρος, -η, -ο, αμήχανος, -η, -ο, που προκαλεί δυσφορία, siempre me encuentro en situaciones incómodas,

πάντα βρίσκομαι σε καταστάσεις αμήχανες

4. για άτομο, που προκαλεί ασυμμετρία ψυχικά= ενοχλητικός, -ή, -ó,

es un periodista incómodo, είναι ενοχλητικός δημοσιογράφος

5. εκφ, encontrarse incómodo, νιώθω άβολα, δυσφορώ,

encontrarse incómodo en una reunión, νιώθω άβολα σε αυτή συνάντηση

incomodidad 1. θ, έλλειψη άνεσης, esta casa está llena de incomodidades,

αυτό το σπίτι είναι γεμάτο από έλλειψη ανέσεων

2. αμηχανία, δυσφορία, δυσαρέσκεια, sintió mucha incomodidad al verla,

ένιωσε πολλή δυσφορία όταν την είδε

3. ενόχληση ψυχική για κάτι, este encargo es una incomodidad,

αυτή η ευθύνη είναι μια ενόχληση

incomodar 1. ρμ, φέρνω σε ασύμμετρη θέση= ενοχλώ, φέρνω σε δύσκολη θέση,

προκαλώ αμηχανία, tus comentarios me incomodaron,

τα σχόλια με έφεραν σε δύσκολη θέση

2. στεναχωρώ, θυμώνω κάποιον, No era mi intención incomodar a tu mamá, lo siento,

Δεν ήταν πρόθεση μου να στεναχωρήσω τη μαμά σου, συγγνώμη

3. φέρνω αναστάτωση, su visita me incomoda, η επίσκεψη του μου φέρνει αναστάτωση

4. ραντ, ενοχλούμαι, έρχομαι σε δύσκολη θέση, έρχομαι σε αμηχανία, δυσανασχετώ, δυσφορώ, νιώθω άβολα, Martha se incomodó hablando de religión,

Η Μάρθα ένιωσε άβολα μιλώντας για θρησκεία

5. θυμώνω, se incomodó por lo que le dijiste, θύμωσε από αυτό που του είπες

cómodamente 1. επρ, αναπαυτικά, άνετα, está cómodamente sentado en el sofá,

είναι καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ

2. χωρίς κούραση, προσπάθεια, άνετα, εύκολα, ganaron cómodamente a su rival,

κέρδισαν εύκολα τον αντίπαλό τους

incómodamente 1. επρ, άβολα

2. αμήχανα

comodidad 1. θ, συμμετρία στην χρήση= άνεση, me gusta este,sofá por su comodidad,

μου αρέσει αυτός o καναπές λόγω της άνεσης του

2. ευκολία, tener el metro cerca supone una comodidad,

το να έχεις το μετρό δίπλα είναι μια ευκολία

3. συμμετρία της αρεσκείας μου= βόλεψη, βολή, siempre busca su comodidad,

πάντα ψάχνει, κοιτά την βολή του

4. εκφ, con comodidad, με άνεση, el equipo ganó con comodidad,

η ομάδα νίκησε άνετα

comodidades 1. θ πλ, ανέσεις, κομφόρ, un piso con todas las comodidades,

ένα διαμέρισμα με όλα τα κομφόρ

comodato 1. α, νομ, χρησιδάνειο, επειδή παρέχει όλα τα μέτρα άνεσης

acomodar 1. ρμ, πρχ βάζω με συμμετρία πράγμα σε χώρο, βάζω, τακτοποιώ, συγυρίζω,

acomodar los muebles en la sala, τακτοποιώ τα έπιπλα στην αίθουσα

2. φτιάχνω με συμμετρία χώρο για κάποιο σκοπό, ετοιμάζω, τακτοποιώ,

acomoda la sala antes de que lleguen tus amigos,

ετοίμασε την αίθουσα πριν να φτάσουν οι φίλοι σου

3. βάζω άτομο σε σύμμετρη θέση= βολεύω, nos acomodó en la mejor habitación,

μας βόλεψε, έβαλε στο καλύτερο δωμάτιο

4. σε θέαμα, βάζω, τοποθετώ, nos acomodaron en la primera fila,

μας έβαλαν στην πρώτη σειρά

5. φέρνω σε συμμετρία τις γνώμες, διαθέσεις= συμβιβάζω,

logró acomodar los intereses de todos, κατόρθωσε να συμβιβάσει τα συμφέροντα όλων

6. κάνω σύμμετρο με κάτι= προσαρμόζω, ρυθμίζω, acomodar el nuevo impreso a la norma,

προσαρμόζω το νέο έντυπο στον κανόνα

7. ραντ, συμμετρούμαι με κάτι= συμβιβάζομαι, βολεύομαι, me acomodo con este sueldo,

συμβιβάζομαι με αυτό τον μισθό

8. συμμετρούμαι σε χώρο= εγκαθίσταμαι, se acomodaron en el piso,

εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα

9. βολεύομαι σε χώρο, έπιπλο, se acomodó en el sofá, βολεύτηκε στον καναπέ

10. προσαρμόζομαι, mi hermano se ha acomodado muy bien en el nuevo trabajo,

ο αδερφός μου προσαρμόστηκε τέλεια στην νέα του δουλειά

acomodación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του acomodar, acomodarse

2. δωμάτιο καλεσμένων, ενοίκων ξενοδοχείου, acomodación de invitados, huéspedes

3. ετοιμασία, προετοιμασία χώρου για κάτι

4. συμβιβασμός διαθέσεων, γνωμών

acomodamiento 1. α, άνεση, ευκολία

2. συμβιβασμός

acomodo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του acomodar, acomodarse

2. κατοικία, χώρος για να ζήσω, στέγαση,

Necesito acomodo temporal para las dos noches que pasaré en Toronto,

Χρειάζομαι προσωρινή στέγαση για τις δύο νύχτες που θα περάσω στο Τορόντο

3. εργασία, δουλειά, Encontró acomodo como ayudante, βρήκε δουλειά σαν βοηθός

4. πρόσληψη, διορισμός

5. θέση, μέρος

6. ευκολία, άνεση, βολή, βόλεμα

7. συμβιβασμός, συμφωνία σε κάτι, σαν συμμετρία γνωμών

acomodadamente 1. επρ, με οικονομική άνεση, με ευμάρεια

2. άνετα

3. βολικά, καταλλήλως, ικανοποιητικά

acomodadizo, za 1. ε, που συμ-μετράται με όλα= βολικός, -ή, -ό, ευπροσάρμοστος, -η, -ο,

Adriana es una persona acomodadiza, Η Αντριάνα είναι ένας άνθρωπος ευπροσάρμοστος

2. συμβιβαστικός, -ή, -ό, διαλλακτικός, -ή, -ó, υποχωρητικός, -ή, -ó,

siempre se puede llegar a un acuerdo con él porque es muy acomodadizo,

πάντα μπορείς να καταλήξεις σε συμφωνία μαζί του γιατί είναι πολύ διαλλακτικός

acomodado, da 1. ε, με συμμετρία χρηματική= εύπορος, -η, -ο, ευκατάστατος, -η, -ο,

Miguel viene de una familia acomodada de Suiza,

Ο Μιγκέλ κατάγεται από μια εύπορη οικογένεια στην Ελβετία

2. για πράγμα, κατάλληλος, -η, -ο, βολικός, -ή, -ό

3. σύμμετρος για κάτι= εφοδιασμένος, -η, -ο, εξοπλισμένος, -η, -ο

acomodador, ra 1. ε, βολικός, -ή, -ό, dispone de un sistema acomodador de lente,

διαθέτει ένα σύστημα βολικό φακού

2. α θ, θτρ, κνμ, που βάζει με συμμετρία σε χώρο= ταξιθέτης, ταξιθέτρια

el acomodador me guió hasta mi butaca, o ταξιθέτης με οδήγησε μέχρι την θέση μου

acomodaticio, cía 1. ε, συμβιβαστικός, -ή, -ό, διαλλακτικός, -ή, -ó, υποχωρητικός, -ή, -ó,

siempre se puede llegar a un acuerdo con él porque es muy acomodaticio,

πάντα μπορείς να καταλήξεις σε συμφωνία μαζί του γιατί είναι πολύ διαλλακτικός

desacomodar 1. ρμ, βγάζω από την ψυχική συμμετρία κάποιον= ξεβολεύω, αναστατώνω,

el cambio de hotel los desacomodó, η αλλαγή του ξενοδοχείου τους ξεβόλεψε

la llegada de su nieto desacomodó toda la casa,

η άφιξη του εγγονού του αναστάτωσε όλο το σπίτι

2. βγάζω από την εργασιακή συμμετρία= απολύω, σχολάζω, αφήνω χωρίς εργασία,

la crisis del sector desacomodó a un gran número de obreros,

η κρίση του τομέα άφησε χωρίς εργασία ένα μεγάλο αριθμό εργατών

3. ραντ, μένω χωρίς εργασία

desacomodo 1. θ, ξεβόλεμα, αναστάτωση, χάσιμο άνεσης, του βολέματος

2. αναγκαστική παύση από εργασία

desacomodado, da 1. ε, χωρίς συμμετρία οικονομική= αδέκαρος, -η, -o, απένταρος, -η, -ο άφραγκος, -η, -o, ενδεής, -ής, -ές, άπορος, -η, -ο

2. χωρίς συμμετρία εργασιακή= άεργος, -η, -ο, άνεργος, -η, -ο

3. για άτομο, που σου χαλάει την ψυχική συμμετρία= φορτικός, -ή, -ό

desacomodamiento 1. α, ξεβόλεμα, έλλειψη άνεσης

2. αεργία, ανεργία

médico, ca πρχ απο το αρχαίο ρήμα μέδω> μετράω, φροντίζω

1. α θ, ιατρός, El médico está en su consultorio, Ο γιατρός βρίσκεται στο ιατρείο του

2. ε, ιατρικός, -ή, -ó

3. θεραπευτικός, -ή, -ó, φαρμακευτικός, -ή, -ó

4. μηδικός, -ή, -ó

5. σνθ, médico consultor, de apelación, de consulta σύμβουλος, θεράπων ιατρός

médico de cabecera, de familia, οικογενειακός ιατρός

médico dentista, οδοντίατρος, χειρούργος οδοντίατρος

médico especialista, ειδικός γιατρός

médico espiritual, πνευματικός γιατρός

médico forense, ιατρο-δικαστής

médico internista, γενικός παθολόγος

médico interno, εσωτερικός γιατρός, εσωτερικός βοηθός (γιατρός)

médico militar, castrense, στρατιωτικός γιατρός

médico puericultor, pediatra, παιδ-ίατρος

médico residente, νοσοκομειακός, κλινικός γιατρός

médico rural, αγροτικός γιατρός

Médicos Sin Fronteras, Γιατροί Χωρίς Σύνορα

médico-forense 1. ε, ιατροδικαστικός, -ή, -ό

medicolegal 1. ε, ιατροδικαστικός, -ή, -ό

medicucho 1. α, οικ, υτμ, κομπογιαννίτης, τσαρλατάνος

protomédico 1. α, ιστ, ο κάθε ιατρός του βασιλιά που συγκροτούσε το σώμα που διόριζε τους μελλοντικούς ιατρούς

medicar 1. ρμ, πρχ μετράω υγεία κάποιου= χορηγώ φάρμακα σε ασθενή,

la enfermera le medica dos veces al día,

η νοσοκόμα του χορηγεί φάρμακα 2 φορές ημερησίως

2. συνταγογραφώ φάρμακα

medicación 1. θ, πρχ μέτρηση υγείας= χορήγηση φαρμάκων, φαρμακευτική αγωγή,

me han cambiado la medicación, μου άλλαξαν τη φαρμακευτική αγωγή

2. φάρμακα

medicalizar 1. ρμ, προσδίδω σε κάτι ιατρικό χαρακτήρα, μετατρέπω σε ιατρικό χώρο,

medicalizaron la furgoneta para que funcionara como ambulancia,

μετέτρεψαν το φορτηγάκι για να λειτουργούσε σαν ασθενοφόρο

2. ενισχύω με υπηρεσίες ιατρικής βοήθειας

medicamento 1. α, φάρμακο

2. σνθ, medicamento genérico, γενόσημο φάρμακο

3. εκφ, medicamento heroico, δραστικό μέτρο για κάτι σε ακραίες περιπτώσεις

medicamentoso, sa 1. ε, φαρμακευτικός, -ή, -ό, φαρμακούχος, -α, -ο

2. προερχόμενο απο φάρμακο, φαρμακευτικός, -ή, -ό, una intoxicación medicamentosa,

μια δηλητηρίαση φαρμακευτική

medicastro 1. α, υτμ, κομπογιαννίτης, τσαρλατάνος

2. πρακτικός θεραπευτής, γιάτρισσα

medicina 1. θ, πρχ μέτρηση υγείας= ιατρική, estudiante de medicina, φοιτητής ιατρικής

estudiar medicina, σπουδάζω ιατρική

2. φάρμακο

3. σνθ, medicina alternativa, εναλλακτική ιατρική

medicina de equipo, ιατρική ασκούμενη από ομάδα ειδικών ιατρών

medicina deportiva, αθλητ-ιατρική

medicina general, γενική ιατρική, παθολογία

medicina homeopática, ομοιοπαθητική ιατρική

medicina interna, εσωτερική παθολογία, παθολογία

medicina laboral, επαγγελματική ιατρική, ιατρική εργασίας

medicina legal, forense, ιατρο-δικαστική

medicina natural, φυσική ιατρική

medicina preventiva, προληπτική ιατρική

paramedicina 1. θ, παρα-ϊατρική

medicinal 1. ε, ιατρικός, -ή, -ό, θεραπευτικός, -ή, -ό, φαρμακευτικός, -ή, -ό

medicinar 1. ρμ, χορηγώ φάρμακα

2. ραντ, παίρνω φάρμακα

meditar 1. ρμ, πρχ μετράω με την σκέψη προσεκτικά κάτι= στοχάζομαι, συλλογίζομαι, σκέφτομαι αρκετά, εξετάζω προσεκτικά, antes de aceptar la propuesta quiero meditarla,

προτού αποδεχτώ την πρόταση θέλω να την εξετάσω

2. ρα, διαλογίζομαι, los monjes budistas me enseñaron a meditar,

οι βουδιστές μοναχοί με δίδαξαν να διαλογίζομαι

meditación 1. θ, στοχασμός, περισυλλογή, συλλογισμός, εξέταση προσεκτική σε κάτι

2. διαλογισμός

3. σνθ, meditación trascendental, υπερβατικός διαλογισμός

meditativo, va 1. ε, σκεπτικός, -ή, -ό, στοχαστικός, -ή, -ό

2. διαλογικός, -ή, -ό, técnicas meditativas, τεχνικές διαλογικές

meditabundo, da 1. ε, σκεπτικός, -ή, -ό, στοχαστικός, -ή, -ό

premeditar 1. ρμ, πρχ προ-μετράω κάτι πριν το πράξω= προμελετώ, προ-εξετάζω,

antes de tomar una decisión quiero premeditar tu oferta,

προτού λάβω μια απόφαση θέλω να προμελετήσω την προσφορά

2. νομ, προμελετάω, προσχεδιάζω πράξη,

el asesino premeditó todos los detalles antes de atacar a la víctima,

ο δολοφόνος προμελέτησε όλες τις λεπτομέρειες προτού επιτεθεί στο θύμα

premeditación 1. θ, προμελέτη, μελέτη, εξέταση πριν πράξω, πάρω απόφαση

2. νομ, προμελέτη, προσχεδίαση πράξης

3. εκφ, con premeditación y alevosía, νομ, με προμελετημένο δόλο

premeditadamente 1. επρ, προμελετημένα, προσχεδιασμένα

premeditado, da 1. ε, προμελετημένος, -η, -o, προσχεδιασμένος, -η, -o

impremeditación 1. θ, έλλειψη προμελέτης

impremeditado, da 1. ε, απρομελέτητος, -η, -o, acción impremeditada,

απρομελέτητη πράξη

impremeditadamente 1. επρ, απρομελέτητα

módem 1. α πλφ, μόντεμ

2. σνθ, módem externo, interno, εξωτερικό, εσωτερικό μόντεμ

medusa 1. θ, ζωλ, μέδουσα

2. σνθ, medusa común, τσούχτρα

Medusa 1. ονο, μυθ, Μέδουσα

como 1. επρ, πρχ συμ-μετρο> με το ίδιο μέτρο, τρόπο= όπως, όσο, σαν,

vive como quieras, ζήσε όπως θελήσεις

habla como tú, μιλάει όπως εσύ

tiene un corazón duro como una roca, έχει μια καρδιά σκληρή σαν ενα βράχο

es tan guapο como su padre, είναι τόσο όμορφος όσο πατέρας του

como dicen los expertos, όπως λένε οι ειδικοί

2. σύμμετρο με κάτι= περίπου, γύρω, me quedan como diez euros,

μου μένουν περίπου δέκα ευρώ

llegaré como a las 10, θα φτάσω γύρω στις 10

3. εκφ, como es debido, όπως είναι πρέπον, καθώς πρέπει

como quien dice, como si dijéramos, σαν να λέμε, όπως αν λέγαμε

como quien no quiere la cosa, άλλο που δε θέλω

como sea, οπωσδήποτε, πάση θυσία

como 1. πρθ, ως, te doy mi brazalete como prenda, σου δίνω το βραχιόλι ως ενέχυρο

asiste a la boda como testigo, παρίσταται στον γάμο ως μάρτυρας

como 1. σνδ, αν, οπως, como llueva no podremos ir, αν βρέξει δεν θα μπορέσουμε να πάμε

2. δεδομένου ότι, καθώς, αφού, εφ’ όσον, επειδή, como llegaste tarde, te perdiste lo mejor,

επειδή έφτασες αργά, έχασες το καλύτερο

3. ίσως, -¿quién se olvidó de pagar? como no fuera yo…

– ποιος ξέχασε να πληρώσει; – ίσως να ήμουν εγώ…

4. για να, él le daría tiempo como viniera, αυτός θα του έδινε χρόνο για να ερχόταν

5. παρ’ όλο, αν και, escaso de tiempo como estaba, aún pudo visitarla,

χωρίς χρόνο αν και ήταν, ακόμη κι έτσι μπόρεσε να την επισκεφτεί

como que 1. ότι, πως, σαν να, le pareció como que gritaran, του φάνηκε πως φώναζαν

2. είναι γιατί, επειδή, – pareces cansado – como que he caminado hasta tu casa –

φαίνεσαι κουρασμένος – είναι γιατί περπάτησα μέχρι το σπίτι σου

3. λες και, σιγά μην, como que venga! σιγά μην έρθει!

4. σαν να, haz como que buscas algo, κάνε σαν να ψάχνεις κάτι

5. εκφ, como no sea que, εκτός εάν, como no sea que llueva, εκτός κι αν βρέξει

como quiera que 1. εκφ επρ, como quiera que sea, όπως και να είναι, όπως και να έχει

Juan ο como quiera que se llame, o Χουάν ή όπως τέλος πάντων λέγεται

2. καθώς, αφού, δεδομένου ότι, como quiera que la gente quiere irse…,

αφού ο κόσμος θέλει να φύγει…

como si 1. σαν να, tose como si tuviera bronquitis crónica,

βήχει σαν να είχε χρόνια βρογχίτιδα

como si nada ή como si tal cosa 1. σαν να (μην τρέχει τίποτα, μην τρέχει κάστανο)

todos abucheándole, y él como si nada,

όλοι γιουχάροντας τον, και αυτός σαν να μην τρέχει τίποτα

comoquiera que 1. όπως και να, comoquiera que lo hagas, seguro que estará bien

όπως και να το κάνεις, σίγουρα θα είναι εντάξει

2. εφόσον, αφού, μιας και, comoquiera que la gente quiere irse…,

εφόσον ο κόσμος θέλει να φύγει…

cómo 1. επρ, πώς, ¿cómo estás? πώς είσαι;

¿cómo te llamas? πώς σε λένε;

¿cómo consigues tanto dinero?, πώς βγάζεις τόσο χρήμα;

2. πως και, γιατί, ¿cómo no me lo dijiste antes? πως και δεν μου το είπες πριν;

3. πώς για να εκφράσω πόσο πολύ, ¡cómo me gustan los helados de fresa!,

πώς μου αρέσουν τα παγωτά φράουλα!

¡cómo llueve! πώς βρέχει!

4. επφ, ¡cómo! για να εκφράσω θαυμασμό, θυμό, έκπληξη, πώς!

¡cómo!, ¿no te lo han enviado? πώς; δεν σου το έχουν στείλει;

5. α, πώς, en este asunto lo que importa es el cómo y el cuándo,

σε αυτό το ζήτημα αυτό που μετράει είναι το πώς και το πότε

6. το πώς να γίνει κάτι= τρόπος, no hay cómo hacérselo entender,

δεν υπάρχει το πώς, τρόπος να του το κάνεις να καταλάβει

el cómo y el porqué το πώς και το γιατί

7. εκφ, ¡cómo no! μα βέβαια! ¿puedo contarte un secreto?, ¡cómo no!

μπορώ να σου πω ενα μυστικό;, μα βέβαια!

¿cómo así? ή ¿cómo es eso? πώς έτσι;

για ερώτηση, πόσο; ¿a cómo están los tomates? πόσο πάνε οι ντομάτες;

anátropo, pa 1. ε, ανάτροπος, -η, -o

moyo 1. α, μονάδα μέτρησης όγκου

moyuelo 1. α, πρχ σαν μαγιά= πολύ λεπτό πίτουρο

Scroll to Top