MIÑON= ΠΡΧ ΜΙΝΙΟΝ Ή ΜΙΝΙ> ΜΙΚΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
miñón 1. α, στρ, μτφ, στρατιώτης με ελαφρύ οπλισμό που είχε αποστολή την σύλληψη κλεφτών και λαθρεμπόρων ή την φύλαξη των δασών
2. μτφ, πρχ σα υλικό μίνιο= σκουριά, miñón del hierro
miñona 1. θ, τυπ, τυπογραφικός χαρακτήρας μεγέθους επτά στιγμών
menino, na 1. α θ, υπηρέτης, -ια που από μικρή ηλικία έμπαινε στην υπηρεσία της βασίλισσας και των μικρών πριγκίπων
2. εκφ, las Meninas Velázquez, τεχ, οι Δεσποινίδες των Τιμών
meñique 1. ε, οικ, μικρούλικος, -ή, -ό
2. α, το μικρό δάχτυλο, el dedo meñique
mino 1. επφ, για να καλέσεις τον γάτο
minga 1. α, οικ, μτφ, πρχ μικρά= τσουτσούνι