MITIGAR

MITIGAR= ΠΡΧ ΜΕΤΡΟ-ΑΓΩ> ΜΕΤΡΙΑΖΩ ΠΟΝΟ, ΕΝΤΑΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mitigar 1. ρμ, μετριάζω, μαλακώνω, κατευνάζω, αμβλύνω, μειώνω σωματικό πόνο,

el masaje consiguió mitigar el dolor de la espalda,

το μασάζ κατάφερε να μετριάσει τον πόνο στην πλάτη

2. για πείνα, δίψα, χορταίνω, ικανοποιώ, σβήνω, μειώνω,

Cuando salgo a correr, siempre llevo agua encima para mitigar la sed,

Όταν τρέχω, πάντα κουβαλάω νερό μαζί μου για να σβήσω την δίψα, ξεδιψάσω

3. μτφ, μετριάζω, μειώνω, ανακόπτω την ένταση σε κάτι,

mitigar el paro, μειώνω την ανεργία,

Estas medidas preventivas pueden mitigar el peligro,

Αυτά τα προληπτικά μέτρα μπορούν να μετριάσουν τον κίνδυνο

4. μτφ, μετριάζω τον ψυχικό πόνο, ανακουφίζω, ξαλαφρώνω,

Las palabras de Ana mitigaron mi angustia, Τα λόγια της Άννας μετρίασαν την αγωνία μου

5. μτφ, διαλύω υποψίες, mitigar las sospechas

mitigación 1. θ, μετριασμός, άμβλυνση, μείωση, κατευνασμός σωματικού πόνου

2. νομ, μετριασμός ποινής

3. πράξη και αποτέλεσμα του mitigar

mitigador, ra 1. ε, που μετριάζει, μετριαστικός, -ή, -ό, κατευναστικός, -ή, -ό,

περισταλτικός, -ή, -ό

mitigante 1. ε, μετριαστικός, -ή, -ό, κατευναστικός, -ή, -ό, περισταλτικός, -ή, -ό

Scroll to Top