MISERIA

MISERIA= ΠΡΧ ΜΙΖΕΡΙΑ, ΦΤΩΧΕΙΑ, ΕΝΔΕΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

miseria 1. θ, μιζέρια, δυστυχία, φτώχεια υπερβολική, ένδεια, ανέχεια,

la miseria de los países del tercer mundo, η φτώχεια των χωρών του τρίτου κόσμου

2. βάσανο, Después de tantas miserias, al final puede decir que se siente feliz,

Μετά από τόσα βάσανα, τελικά μπορεί να πει ότι νιώθει ευτυχισμένος

3. μτφ, μιζέρια ατόμου με τα χρήματα= φιλαργυρία, τσιγκουνιά,

la miseria de su hermano es exagerada, η τσιγκουνιά του αδερφού του είναι υπερβολική

4. μτφ, μιζέρια, ελεεινότητα ατόμου, Me repugna tu miseria y cobardía,

Με αηδιάζει η ελεεινότητα και η δειλία σου

5. μτφ, ψίχουλα, κομμάτι ψωμί, No podemos tener hijos si cobramos los dos una miseria,

Δεν μπορούμε να κάνουμε παιδιά αν βγάζουμε και οι δύο ψίχουλα

trabajar por una miseria, δουλεύω για ένα κομμάτι ψωμί

gana una miseria, κερδίζει ψίχουλα

6. μτφ, αδυναμία, ελάττωμα, No es fácil aceptar las miserias de los demás,

Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς τις αδυναμίες των άλλων

7. ιατ, παράσιτο

8. βρωμιά ακραία

9. εκφ, vivir, andar en la miseria, ζω, είμαι μέσα στη φτώχεια, δυστυχία,

allí donde hay hombres y mujeres condenados a vivir en la miseria, los derechos humanos son violados, εκεί όπου έχει άνδρες και γυναίκες καταδικασμένους να ζουν σε δυστυχία, τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται

comérsele a alguien la miseria, (κατα)τρώει κάποιον η δυστυχία

miserear 1. ρα, οικ, μιζεριάζω= φέρομαι μίζερα ή ζω στη μιζέρια, φτώχεια,

a pesar de su fortuna, miserea con su familia,

παρά την περιουσία του, ζει μίζερα με την οικογένεια του

2. τσιγκουνεύομαι, Deja de miserear y compra comida de calidad,

Σταμάτα να τσιγκουνεύεσαι και αγόρασε ποιοτικά τρόφιμα

mísero, ra 1. ε, φτωχός, -ή, -ó, φτωχικός, -ή, -ó, un misero campesino, ένας φτωχός χωρικός vive en una misera choza, μένει σε μια φτωχική καλύβα

2. φιλάργυρος, -η, -ο, τσιγκούνης, -α, -ικο, μίζερος, -η, -o,

Ovidio hace el papel de un mísero prestamista,

Ο Οβίδιος παίζει τον ρόλο ενός φιλάργυρου τοκογλύφου

3. μτφ, καημένος, -η, -ο, κακόμοιρος, -η, -o, ¡mísero de mí, lo he perdido todo!

ωχ ο καημένος εγώ, τα έχασα όλα!

4. μτφ, άθλιος, -α, -ο, ευτελής, -ές, -ή, πενιχρός, -ή, -ό, λιγοστός, -ή, -ό,

Ofrecían un salario mísero para ser una multinacional tan grande,

Προσέφεραν έναν άθλιο μισθό για μια τόσο μεγάλη πολυεθνική

El libro describe la mísera vida de los prisioneros de guerra en los campos de concentración,

Το βιβλίο περιγράφει την άθλια ζωή των αιχμαλώτων πολέμου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης

5. μτφ, ψωρο-, παλιο-, no tiene ni un misero lápiz, δεν έχει ούτε ένα παλιο-μολυβάκι

El aumento de sueldo eran unos míseros tres dólares al mes,

Η αύξηση του μισθού ήταν τρία ψωρο-δολάρια το μήνα

misérrimo, ma 1. ε, μιζερότατος= ενδεής, -ής, -ές

miserable 1. ε, φτωχός, -ή, -ό, κακόμοιρος, -η, -ο,

2. τσιγκούνης, -α, -ικο, μίζερος, -η, -ο, Scrooge es un hombre miserable,

Ο Σκρουτζ είναι ένας τσιγκούνης άνθρωπος

3. μτφ, μίζερος ψυχικά= δυστυχισμένος, -η, -ο, αξιολύπητος, -η, -ο,

Se sentía la persona más miserable del mundo tras su divorcio,

Ένιωθε το πιο δυστυχισμένο άτομο στον κόσμο μετά το διαζύγιο της

4. μτφ, μίζερος, -η, -ο, άθλιος, -α, -ο, ελεεινός, -ή, -ό

La inmobiliaria le enseñó un apartamento miserable,

Η κτηματομεσιτική του έδειξε ένα άθλιο διαμέρισμα

5. πενιχρός, -ή, -ό, λιγοστός, -ή, -ό, Su miserable sueldo apenas le daba para vivir,

Ο πενιχρός μισθός του μόλις που του έφτανε για να ζήσει

6. α θ, άθλιος, -α, ελεεινός, -ή, El miserable quería que cambiara mi testamento,

Ο άθλιος ήθελε να άλλαζα τη διαθήκη μου

7. τσιγκούνης, τσιγκούνα

miserablemente 1. επρ, φτωχά, μίζερα, κακομοίρικα, άθλια

míseramente 1. επρ, φτωχά, μίζερα, κακομοίρικα, άθλια

miserere 1. α, ιατ, cólico miserere, κολικός του εντερικού έλικα, σαν να σε μισερώνει

misericordia 1. θ, πρχ μισερη-κορδια> νιώθω του άλλου την μιζέρια στην καρδιά μου= συμπόνια, έλεος, La misericordia del Señor es infinita, Το έλεος του Κυρίου είναι άπειρο

2. μτφ, έλεος, tuvimos un invierno sin misericordia alguna, con un frío intenso,

Περάσαμε έναν χειμώνα χωρίς κανένα έλεος, με ένα έντονο κρύο

3. μτφ, καμπύλο εξόγκωμα κάτω από κάθισμα σε στασίδι για να στηριχτώ όρθιος

4. μτφ, στιλέτο που είχαν στο μεσαίωνα για να δώσουν την χαριστική βολή στον εχθρό

5. ελεημοσύνη, μικρή ποσότητα από κάτι

6. εκφ, pedir misericordia, ζητάω έλεος, el mendigo pedía misericordia a los transeúntes,

Ο ζητιάνος ζήταγε έλεος στους περαστικούς

misericorde 1. ε, α θ, συμπονετικός, -ή, -ó, ελεήμων, -ων, -ον, συμπονετικό άτομο

misericordioso, sa 1. ε, α θ, συμπονετικός, -ή, -ó, ελεήμων, -ων, -ον, συμπονετικό άτομο

inmisericorde 1. ε, α θ, ανελέητος, -η, -ο, ανηλεής, -ής, -ές, αδυσώπητος, -η, -ο

miseriuca 1. θ, υτμ, μαύρη δυστυχία

miseración 1. θ, συμπόνια, ευσπλαχνία

miserioso, a 1. ε, συμπονετικός, -ή, -ό, ευσπλαχνικός, -ή, -ό

conmiseración 1. θ, συμπόνια, ευσπλαχνία, έλεος,

no mostró ni un ápice de conmiseración por sus desgracias,

δεν έδειξε ούτε μια σπίθα συμπόνιας για τις δυστυχίες του

conmiserativo, va 1. ε, συμπονετικός, -ή, -ό, ευσπλαχνικός, -ή, -ό

Scroll to Top