MITO

MITO= ΠΡΧ ΜΥΘΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mito 1. α, λγτ, μύθος, el mito de la caverna, ο μύθος του σπηλαίου

2. μτφ, για άτομο, μύθος, σύμβολο, είδωλο σε κάτι, es un mito futbolero,

είναι ένας μύθος ποδοσφαιρικός

3. μτφ, παρα-μύθι, μύθος, ιστορία ψευδής, que tiene fortuna es un mito,

πως έχει περιουσία είναι παραμύθι

mítico, ca 1. ε, μυθικός, -ή, -ό

2. μτφ, μυθικός, -ή, -ό

mitificar 1. ρμ, μυθοποιώ

mitificación 1. θ, μυθοποίηση

mitografía 1. θ, μυθογραφία

mitógrafo, fa 1. α θ, μυθογράφος

mitología 1. θ, μυθολογία

mitológico, ca 1. ε, μυθολογικός, -ή, -ó

mitólogo, ga 1. α θ, μυθολόγος

mitomanía 1. θ, μυθομανία

mitómano, na 1. ε, α θ, μυθομανής, -ής, -ές, μυθομανής

desmitificar 1. ρμ, απο-μυθοποιώ, el libro desmitifica la conquista española,

το βιβλίο απομυθοποιεί την ισπανική κατάκτηση

desmitificación 1. θ, απομυθοποίηση

desmitificador, ra 1. ε, απομυθοποιητικός, -ή, -ό

Scroll to Top