MIRLO= ΠΡΧ ΜΑΥΡΟ> ΚΟΤΣΥΦΙ ΛΟΓΩ ΧΡΩΜΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mirlo 1. α, ορν, κότσυφας, κοτσύφι
2. εκφ, buscar un mirlo blanco, μτφ, ψάχνω ένα λευκό κοτσύφι= ψάχνω το σπάνιο
ser un mirlo blanco, μτφ, είμαι ενα λευκό κοτσύφι= είμαι δυσεύρετος, σπάνια περίπτωση
mirla 1. θ, ορν, κοτσυφίνα, θηλυκό κοτσύφι
merleta 1. θ, ερλ, νεοσσός κοτσυφιού
merlo 1. α, ζωλ, λαπίνα, χειλού
2. ορν, κοτσύφι