MIRAR= ΠΡΧ Μ-ΙΡΑΡ> ΟΡΩ Ή ΘΕΩΡΩ> ΚΟΙΤΑΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mirar πρχ ορώ κάτι, από όραση
1. ρμ, κοιτάω, κοιτάζω, miramos hacia el horizonte para ver la salida del sol,
κοιτάζουμε προς τον ορίζοντα για να δούμε την ανατολή του Ήλιου
¡mira! κοίτα!
2. κοιτάζω με προσοχή, παρατηρώ, miraba pasar a la gente, κοίταζε να περνάει ο κόσμος
3. κοιτάζω για να βρω κάτι, κάποιον, ψάχνω, los policías nos miraron el coche en la frontera,
οι αστυνομικοί μας κοίταξαν το αμάξι στα σύνορα
mira en la estantería, a ver si lo encuentras, κοίτα στο ράφι, να δω αν θα το βρείς,
miramos en varios locales pero no le encontramos,
κοιτάξαμε σε διάφορα μαγαζιά αλλά δεν τον βρήκαμε
4. κοιτάω> προσέχω, εκτιμώ, este profesor mira mucho la presentación de los trabajos,
αυτός ο καθηγητής κοιτά πολύ την παρουσίαση των εργασιών
5. κοιτάω νοητικά κάτι, προσέχω, σκέφτομαι τις ενέργειες μου, ζυγίζω,
mira bien lo que haces, κοίτα καλά ό, τι κάνεις
6. ρα, κοιτάω> φροντίζω κάποιον, κάτι, έχω το νού μου, mira mucho por sus amigos,
φροντίζει πολύ για τους φίλους του
mirar por, κοιτάω> ασχολούμαι με, mira por su trabajo, ασχολείται με την δουλειά του
7. mirar a, κοιτάζω προς, βλέπω σε, για θέση κτιρίου, πραγμάτων, είναι απέναντι σε,
mi ventana mira al parque, το παράθυρο μου κοιτάζει στο πάρκο
el balcón mira a la carretera, το μπαλκόνι κοιτάζει στην λεωφόρο
8. κοιτάω να πετύχω κάτι, es muy egoísta, sólo mira el beneficio que pueda sacar,
είναι πολύ εγωιστής, μόνο κοιτάει το όφελος το οποίο μπορεί να βγάλει
9. ραντ, κοιτάζω εμένα ή κοιτάζομαι με άλλον, se miró en el espejo,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη,
10. μτφ, ξανακοιτάω το υλικό, κάνω επανάληψη στο διάβασμα,
no me he mirado nada para el examen, δεν έκανα καμία επανάληψη για το διαγώνισμα
11. εκφ, mirar algo bien, καλοκοιτάζω, καλοσκέφτομαι
mirándolo bien, αν το καλοκοιτάξεις
bien mirado, καλά εξεταζόμενο, bien mirado, creo que es lo mejor,
καλά εξεταζόμενο, πιστεύω πως είναι το καλύτερο
ser de mírame y no me toques, είμαι κοίτα με και μην αγγίζεις= είμαι λεπτεπίλεπτος ,
μη μου άπτου ή είμαι απρόσιτος
σαν έκπληξη για κάτι, ¡mira! για κοίτα!, για δες!
lo mires por donde lo mires, απ’ όποια μεριά κι αν το κοιτάξεις
¡mira quién habla!, κοίτα ποιος μιλάει!
mirar a ver, πηγαίνω να δω, mira a ver si está, πήγαινε να δεις αν είναι εκεί
mira 1. θ, στόχαστρο όπλου, συσκευής, mira del telescopio,
στόχαστρο τηλεσκόπιου
2. σκοπιά, παρατηρητήριο
3. μτφ, όραση> βλέψη προς, πρόθεση, está ahorrando con la mira de comprarse un piso,
κάνει οικονομία με την πρόθεση να αγοράσει ενα διαμέρισμα
μια συνάντηση με σκοπό να το αγοράσω
4. σνθ, mira telescópica, τηλεσκοπική διόπτρα
miras 1. θ πλ, ναυ, πρωραία κανόνια
2. μτφ, προθέσεις, βλέψεις προς κάτι
3. εκφ, con miras a, με βλέψεις προς, σε, se informó de precios con miras a comprar uno,
πληροφορήθηκε για τις τιμές με βλέψεις να αγοράσει ένα
poner las miras en algo, en alguien, βάζω, έχω στο μάτι κάτι,κάποιον,
ha puesto la mira en ese coche, έχει βάλει στο μάτι αυτό το αμάξι
está a la mira, είναι με το βλέμμα> περιμένω για, está a la mira de una ganga,
περιμένει για κάποιο κελεπούρι
andar, estar o quedar una persona a la mira, παρακολουθώ κάτι με προσοχή,
anda a la mira del desarrollo del negocio, παρακολουθεί την ανάπτυξη της επιχείρησης
miramiento 1. α, θεώρηση με το νού σε κάτι, προσοχή, ζύγισμα,
debes tener más miramiento al tomar decisiones,
πρέπει να έχεις περισσότερο προσοχή οταν παίρνεις αποφάσεις
2. μτφ, με βλέμμα σεβασμού, σεβασμός, τρόπος, le expuso sus quejas con todo miramiento,
του εξέθεσε τα παράπονα του με κάθε σεβασμό
3. εκφ, sin más miramientos, χωρίς περιστροφές(στην όραση), απλά, ξεκάθαρα
mirada 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του mirar, βλέμμα, ματιά, κοίταγμα,
me gusta su mirada, μου αρέσει το βλέμμα του
tiene una mirada dulce, έχει ένα γλυκό βλέμμα,
ή γρήγορη ματιά, echa una mirada primero y luego eliges uno,
ρίξε ενα βλέμμα πρώτα και μετά επιλέγεις ενα,
una sola mirada, με μια ματιά
le mostró su desacuerdo dirigiéndole una escéptica mirada,
του έδειξε την ασυμφωνία του απευθύνοντας του μια ματιά σκεπτική
2. εκφ, bajó la mirada al verla, κατέβασε το βλέμμα του όταν την είδε
tener la mirada perdida, έχω το βλέμμα μου χαμένο,
tener la(s) mirada(s) puesta(s) en algo, έχω την όραση ποσταρισμένη σε = εποφθαλμιώ κάτι
apartar la mirada (de algo) αποστρέφω το βλέμμα μου (από κάτι)
clavar ,fijar la mirada en algo, en alguien, καρφώνω ,φιξάρω την ματιά μου σε κάτι, κάποιον
huir de las miradas de alguien, αποφεύγω το βλέμμα κάποιου
leer en la mirada de alguien, διαβάζω στη ματιά, στο βλέμμα κάποιου
levantar la mirada al cielo, σηκώνω τα μάτια μου στον ουρανό
volver la mirada, γυρίζω, στρέφω το βλέμμα
miradero 1. α, πρχ ορω-τήριο, μέρος ή σημείο με θέα
miradita 1. θ, κρυφή ματιά, κοιταγματάκι
el juego de las miraditas, το παιγνίδι με τις κρυφές ματιές
mirado, da 1. ε, που κοιτά σωστά, προσεκτικά, συνετός, -ή, -ό, προσεκτικός, -ή, -ó
es muy mirado con el gasto, είναι πολύ συνετός με τα έξοδα
2. θεωρούμενος, -η, -ο, su reacción fue una actitud muy bien mirada,
η αντίδραση του ήταν μια στάση πολύ καλά θεωρούμενη
mirador 1. α, σημείο, μέρος, χώρος με καλή θέα, εξώστης, μπαλκόνι, ύψωμα
mirasol 1. α, βοτ, πρχ ορώ-ήλιο= ηλιο-τρόπιο
mirilla πρχ ορασ-ούλα
1. θ, ματάκι πόρτας
2. ματάκι, οπή παρατήρησης σε τοπογράφο
3. στόχαστρο σε όχημα μάχης
mirón, ona πρχ θ-εωρών
1. ε, α θ, περίεργος, -η, -ο, αδιάκριτος, -η, -ο, no te importa lo que escribo, mirón,
μην σε νοιάζει αυτό που γράφω, αδιάκριτε
2. ματάκιας
3. παρατηρητής, a los ajedrecistas no les gustaba tener mirones alrededor,
στους σκακιστές δεν τους αρέσει να έχουν παρατηρητές γύρω
mirón 1. α, πλφ, cookie
mirífico, ca 1. ε, λγτ, θαυμαστός, -ή, -ó
remirar πρχ περι-θεωρώ κάτι
1. ρμ, ξανα-κοιτάζω, he mirado y remirado los cajones pero no encuentro este documento,
έχω κοιτάξει και ξανακοιτάξει τα συρτάρια αλλά δεν βρίσκω αυτό το έγγραφο
2. εξετάζω προσεκτικά
3. ραντ, μτφ, προσέχω πολύ κάνοντας κάτι, la modista se remira en cortar la fina seda,
ο μοδίστρος προσέχει πολύ όταν κόβει το λεπτό μετάξι
4. μτφ, κοιτάζω απολαμβάνοντας, θαυμάζω, nos hemos remirado las pirámides egipcias,
έχουμε θαυμάσει, απολαύσει τις αιγυπτιακές πυραμίδες
remirado, da πρχ που περι-ορεί κάτι με το νού
1. ε, σχολαστικός, -ή, -ό, ευσυνείδητος, -η, -ο, σκεπτόμενος, -η, -ο,
tarda mucho en decidirse porque es muy remirado,
αργεί πολύ να αποφασίσει γιατι είναι πολύ σχολαστικός
2. σχολαστικός, -ή, -ό, es muy remirado con la comida,
είναι πολύ σχολαστικός με το φαγητό
miranda 1. θ, ψηλό σημείο με θέα
2. α θ, περίεργος, -η
3. εκφ, estar de miranda, στέκομαι και κοιτάω, χαζεύω, μόνο παρατηρώ
admirar πρχ αντι-θεωρώ κάτι= το κοιτώ με θαυμασμό
1. ρμ, θαυμάζω, ορώ με κατάπληξη, admiro su valor, θαυμάζω το κουράγιο του,
admiraba las montañas desde el mirador, θαύμαζε τα βουνά απο το ύψωμα
2. μτφ, προκαλώ θαυμασμό, καταπλήσσω, con su discurso admiró a todos,
με την ομιλία του κατάπληξε τους πάντες
3. ραντ, admirarse de, θαυμάζω κάτι, καταπλήσσομαι, εκπλήσσομαι απο,
se admira de su solidaria conducta, εκπλήσσεται απο την αλληλέγγυα συμπεριφορά του
me admiro de su rapidez de trabajo, εκπλήσσομαι από την εργασιακή του ταχύτητα
4. εκφ, ser alguien, o algo, de admirar, είναι κάποιος, κάτι για να το θαυμάζεις,
no es de admirar su valentía, es simple miedo oculto,
δεν είναι να θαυμάζεις το θάρρος του, είναι απλά φόβος καλυμμένος
admiración 1. θ, θεώρηση, σεβασμό, θαυμασμός, βαθιά εκτίμηση,
siente una gran admiración hacia su maestro,
τρέφει μια μεγάλη εκτίμηση προς τον δάσκαλο του
2. θαυμασμό, έκπληξη, κατάπληξη, su atrevido vestuario causó admiración,
η τολμηρή του ενδυμασία προκάλεσε θαυμασμό, κατάπληξη
3. γρμ, θαυμαστικό
4. εκφ, despertar la admiración de alguien, προκαλώ θαυμασμό σε κάποιον
admirador, ra 1. α θ, θαυμαστής, -α, soy un gran admirador de Nadal,
είμαι μεγάλος θαυμαστής του Ναδάλ
admirativo, va 1. ε, θαυμαστικός, -ή, -ό, tono admirativo, ύφος θαυμαστικό
admirativamente 1. επρ, με θαυμασμό
2. αξιοθαύμαστα, κατά τρόπο θαυμάσιο
admirable 1. ε, αξιοθαύμαστος, -η, -ο
admirablemente 1. επρ, αξιοθαύμαστα
malmirado, da 1. ε, πρχ κακο-θεωρούμενο= υποτιμημένος, -η, -o, un idioma malmirado,
ενα ιδίωμα υποτιμημένο,
2. για άτομο, δυσθεωρούμενος, -η, -ο, κακο-βλεπόμενος, -η, -ο απο τους άλλους, αντιπαθής, -ές, -ή, una persona malmirada por todos,
ένας άνθρωπος αντιπαθής σε όλους
milagro
1. α, θαύμα, este hallazgo es un milagro, αυτή η εύρεση είναι ενα θαύμα
2. θρη, θαύμα, el milagro de los panes y los peces,
το θαύμα των άρτων και ιχθύων
3. εκφ, de milagro, απο θαύμα, me has encontrado en casa de milagro,
με έχεις βρεί στο σπίτι απο θαύμα
no te has matado de milagro, δεν με έχεις σκοτώσει απο θαύμα
hacer milagros, να κάνω θαύματα
vivir una persona de milagro, ζει κάποιος απο θαύμα
milagro 1. επφ, θαύμα, ¡milagro!, ha llegado a su hora, θαύμα! έφτασε στην ώρα του!
milagrería 1. θ, διήγηση θαυμάτων ή τάση να πιστεύεις θαύματα, θαυματολογία, θαυματοπληξία
milagrero, ra 1. ε, θαυματόπληκτος, -η, -o
2. ψευτο-θαυματοποιός
3. θρη, θαυματουργικός, -ή, -ó
4. α θ, θαυματοποιός
milagroso, sa 1. ε, θαυματουργός, -ή, -ó
milagrosamente 1. επρ, θαυμαστά, θαυματουργά
maravilla
1. θ, μτφ, θαύμα, κάτι που προκαλεί θαυμασμό, el museo es una verdadera maravilla,
το μουσείο είναι ενα αληθινό θαύμα
2. θαυμασμός, έκπληξη
3. πράξη και αποτέλεσμα του maravillar
4. εκφ, a las mil maravillas, de maravilla, θαυμάσια, τέλεια,
aunque le costó aprender, ahora ya lo hace a las mil maravillas,
αν και του κόστισε να μάθει, τώρα πλεόν το κάνει θαυμάσια
a maravilla, πολύ καλά
hablar, decir o contar maravillas de algo, alguien, λέω θαυμάσια, εκθειάζω κάτι, κάποιον,
no sé qué les has hecho, pero hablan maravillas de ti,
δεν ξέρω τι τους έχεις κάνει, αλλα λένε θαυμάσια για σένα, σε εκθειάζουν
hacer maravillas, κάνω θαύματα
ser la octava maravilla, είναι το 8ο θαύμα
ser una maravilla, el concierto fue una maravilla,
είναι ενα θαύμα> εξαιρετικό, το κοντσιέρτο ήταν εξαιρετικό
maravillar 1. ρα, προκαλώ θαυμασμό, κατάπληξη, καταπλήσσω,
esta serie maravilla a los niños,
αυτή η σειρά καταπλήσσει τα παιδιά
2. ραντ, θαυμάζω, θαμπώνομαι από κάτι, se maravilló de tu talento,
θαμπώθηκε απο το ταλέντο σου
maravilloso, sa 1. ε, θαυμάσιος, -α, -o, playa maravillosa, παραλία θαυμάσια
2. μαγικός, -ή, -ό, los cuentos tratan de personajes maravillosos,
τα παραμύθια μιλούν για πρόσωπα μαγικά
maravillosamente 1. επρ, θαυμάσια