MIRRA

MIRRA= ΠΡΧ ΜΥΡΟ, ΣΜΥΡΝΑ, ΡΗΤΙΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mirra 1. θ, μύρο, σμύρνα, Cuenta la historia que los Reyes Magos trajeron al niño Jesús oro, incienso y mirra, Η ιστορία λέει ότι οι Τρεις Μάγοι έφεραν στο μωρό Ιησού χρυσό, θυμίαμα και μύρο

mirrado, da 1. ε, με μύρο, μυρομένος, -η, -ο

mirrino, na 1. ε, απο μύρο, μυροτός, -η, -ο

2. σα μύρος

múrrino, na 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με αγγείο από αργυραδάμαντα

γυαλισμένο κατόπιν με ρητίνη σμύρνας

esmirriado, da πρχ σα μύρος που τρέχει από δέντρο> γραμμή ρυτίνης

1. ε, οικ, μτφ, για άτομο, ζώο, ισχνός, -ή, -ó, αδύνατος, -η, -o, καχεκτικός, -ή, -ó

2. για φυτό, ισχνός, -ή, -ό, μαραμένος, -η, -ο, ζαρωμένος, -η, -ο

3. για ποσό, μέγεθος, ισχνός, -ή, -ό, μειωμένος, -η, -ο, πενιχρός, -ή, -ó,

un sueldo esmirriado, ένας πενιχρός μισθός

miera 1. θ, ρητίνη

2. ρετσινόλαδο, έλαιο οξυκέδρου

Scroll to Top