MILITAR

MILITAR= ΠΡΧ ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣ> ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ, ΠΡΧ ΜΙΛΟΥΝΙΑ> ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ> ΣΤΡΑΤΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

milite πρχ μιλούνια> πολλά άτομα> στρατός> στρατιώτης

1. α, στρατιώτης

conmilitón 1. α, συμπολεμιστής

milicia 1. θ, επάγγελμα στρατιωτικού, Tristán decidió que quería dedicarse a la milicia,

Ο Τρίσταν αποφάσισε ότι ήθελε να αφιερωθεί στον στρατό

2. στρατιωτικοί

3. πολιτοφυλακή, Las milicias patrullaban la ciudad en busca de rebeldes,

Οι πολιτοφύλακες περιπολούσαν την πόλη αναζητώντας αντάρτες

4. στρατιωτική θητεία

5. στρατιωτική τέχνη, Un buen estratega lo sabe todo de la milicia,

Ένας καλός στρατηγός γνωρίζει τα πάντα για την στρατιωτική τέχνη

6. σνθ, milicias concejiles, πολιτοφυλακή που οριζόταν από το δήμο

milicia universitaria, θεσμός του Στρατού στους κόλπους του οποίου οι φοιτητές μπορούν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία

miliciano, na 1. ε, στρατιωτικός, -ή, -ό

2. α θ, πολιτοφύλακας εθνοφρουράς

militante 1. ε, α θ, στρατευμένος, -η, -ο, άτομο στρατευμένο σε ιδεολογία, κόμμα,

es una militante de un partido de izquierdas, είναι μια στρατευμένη σε κόμμα αριστερών

2. σνθ, militante de base, στρατευμένος χωρίς αξίωμα

militancia 1. θ, σύνολο στρατευμένων ατόμων σε μια ιδεολογία, ομάδα, στράτευση,

se reunió toda la militancia sindical, συγκεντρώθηκε όλη η συνδικαλιστική στράτευση

2. μτφ, ενεργός δράση υπέρ κόμματος

militantismo 1. α, μιλιταντισμός

militar 1. ρα, υπηρετώ στον στρατό, militó en el bando republicano en la guerra civil.

υπηρέτησε, πολέμησε στο πλευρό των Ρεπουμπλικανών στον Εμφύλιο Πόλεμο

2. μτφ, στρατεύομαι σε κόμμα, ιδεολογία, militó en el partido comunista,

υπηρέτησε τις τάξεις, στράτευσε στο κομουνιστικό κόμμα

militar 1. ε, α θ, στρατιωτικός, -ή, -ό, στρατιωτικός, está haciendo el servicio militar,

κάνει την στρατιωτική θητεία

2. σνθ, militar de infantería, πεζικάριος

militar reservista, έφεδρος

militar con permiso, αδειούχος

militara 1. θ, σύζυγος, χήρα, θυγατέρα στρατιωτικού

militarismo 1. α, μιλιταρισμός

militarista 1. ε, α θ, μιλιταριστικός, -ή, -ό, μιλιταριστής, μιλιταρίστρια

militarizar 1. ρμ, στρατιωτικοποιώ

militarización 1. θ, στρατιωτικοποίηση

militarmente 1. επρ, στρατιωτικά, στρατιωτικώς

militarote 1. α, οικ, υτμ, φαντάρος

militroncho 1. α, στρ, οικ, πεζικάριος

2. μτφ, τζίτζικας, σειρά

desmilitarizar 1. ρμ, στρ, απο-στρατιωτικο-ποιώ

desmilitarización 1. θ, απο-στρατιωτικο-ποίηση

remilitarizar 1. ρμ, στρ, επ-ανα-στρατικοποιώ

remilitarización 1. θ, επαναστρατικοποίηση

paramilitar 1. ε, α θ, παραστρατιωτικός, -ή, -ό

premilitar 1. ε, προ-παρασκευαστικός, -ή, -ό της στρατιωτικής ικανότητας

Scroll to Top