MIGAJA, MIGA= ΠΡΧ ΜΙΓΚ-ΑΧΑ> ΜΙΚΡΑ-ΕΧΩ> ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΨΩΜΙΟΥ> ΨΙΧΟΥΛΑ,
ΠΡΧ ΜΙΚΡΑ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΙ> ΨΙΧΟΥΛΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
migaja πρχ μιγκ-αχα> μικρα-εχω> μικρά κομμάτια από κάτι
1. θ, ψίχουλο ψωμιού, Alejandro quitó las migajas de la mesa con la mano,
Ο Αλεχάντρο σκούπισε τα ψίχουλα από το τραπέζι με το χέρι του
2. μτφ, μικρή ποσότητα, δείγμα από κάτι, no dejó ni una migaja de queso,
δεν άφησε ούτε δείγμα από τυρί
3. μτφ, λιγουλάκι, στάλα από κάτι άυλο, ten una migaja de paciencia que ya llegamos,
Έχε λιγουλάκι υπομονή διότι σχεδόν φτάσαμε
migajas 1. θ πλ, ψίχουλα ψωμιού
2. υπολείμματα, περισσέματα, las migajas de un banquete, τα περισσέματα ενός τραπεζιού
3. μτφ, ψίχουλα, El 92% de las ganancias iban para él y para mí quedaban solo las migajas,
Το 92% των κερδών πήγε σε αυτόν, αφήνοντάς μου μόνο τα ψίχουλα,
se conforma con unas migajas de compasión, συμβιβάζεται με λίγα ψίχουλα συμπόνιας
4. εκφ, reparar una persona en migajas, στέκεται κάποιος σε ψίχουλα> σε ασήμαντο θέμα=
εδώ ο κόσμος χάνεται και συ βαρκούλες αρμενίζουν, ασχολούμαι με ανούσιο ζήτημα,
te van a echar del trabajo y tú reparando en migajas,
θα σε διώξουν από την δουλειά και εσύ βαρκούλες αρμενίζουν
migajón 1. α, ψίχα ψωμιού ή μέρος ψίχας, Mi hija solo come el migajón del pan,
Η κόρη μου τρώει μόνο την ψίχα του ψωμιού
2. μτφ, ψίχα, μεδούλι, ουσία, La novela carece de migajón a pesar de su extensión,
Το μυθιστόρημα στερείται ουσίας παρά την έκτασή του
miga 1. θ, ψίχα, De pequeña, solía comerme la miga del pan y no la corteza,
Ως παιδί, συνήθιζα να τρώω την ψίχα του ψωμιού και όχι την κόρα
2. μτφ, ψίχα, ουσία σε κάποιον, κάτι, es un hombre de miga, είναι ένας άνθρωπος με ουσία
Discurso de miga, Ομιλία με ουσία
3. θ πλ, ψίχουλα, Hice un pastel y gustó tanto que solo han quedado las migas,
Έφτιαξα ένα κέικ και ήταν άρεσε τόσο που μόνο έμειναν τα ψίχουλα
4. θρύμματα, θρύψαλα, Machaqué las galletas hasta hacerlas migas como decía la receta,
Χτύπησα τα μπισκότα μέχρι να τα κάνω θρύμματα όπως έλεγε η συνταγή
5. εκφ, estar hecho migas, οικ, είμαι κομμάτια, ξεθεωμένος, εξαντλημένος,
estoy hecho migas del ejercicio de ayer, είμαι κομμάτια από την χθεσινή άσκηση
hacer buenas, malas migas con alguien, οικ, τα πάω καλά, άσχημα με κάποιον,
su cuñado y él hacen muy buenas migas, αυτός και ο κουνιάδος του τα πάνε πολύ καλά
hacer migas, θρυμματίζω ψωμί
ή μτφ, θρυμματίζω αντικείμενο
ή οικ, μτφ, κάνω σκόνη κάποιον, hizo migas al tío que intentó ligarse a su chica,
έκανε σκόνη τον τύπο που προσπάθησε να σχετιστεί με την κοπέλα του
hacerse migas, οικ, γίνομαι μικρά, χίλια κομμάτια, el vaso se hizo migas al caer,
το γυαλί έγινε χίλια κομμάτια καθώς έπεφτε
no dejar ni una miga, δεν αφήνω ούτε ψίχουλο
tener mucha miga, οικ, μτφ, έχω πολύ ψωμί, ζουμί, ουσία
Este tema tiene mucha miga, así que escribiré la tesis sobre él,
Αυτό το θέμα έχει πολύ ψωμί, γι’ αυτό θα γράψω την διατριβή μου πάνω σε αυτό
ή μτφ, είμαι πολύ στριμμένος
helársele a una persona las migas entre la boca y la mano, μτφ να του παγώσουν τα ψίχουλα μεταξύ στόματος και χεριού= να χαλάσει κάτι τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε,
Había negociado el contrato durante meses y, justo al firmar, la empresa quebró.
Se le helaron las migas entre la boca y la mano, Είχε διαπραγματευτεί τη σύμβαση για μήνες και μόλις την υπέγραψε, η εταιρεία χρεοκόπησε. Του χάλασε τελευταία στιγμή
no estar, o no ser, para dar migas a un gato, δεν κάνει ούτε για να δώσει ψίχουλα σε γάτα=
Δεν είμαι σε θέση να κάνω τίποτα λόγω αδυναμίας ή ανικανότητας,
Me duele tanto la cabeza que no estoy para dar migas a un gato, mejor encárgate tú del informe, Πονάει τόσο πολύ το κεφάλι μου που δεν είμαι σε θέση να κάνω τίποτα. Καλύτερα ανέλαβε εσύ για την αναφορά
migas 1. θ πλ, μαγ, θρύμματα ψωμιού, εμποτισμένα στο γάλα και τηγανισμένα
2. σνθ, migas ilustradas, θρύμματα ψωμιού, τηγανισμένα με λουκάνικα και μπέικον
migar 1. ρμ, πρχ μιγκαρ> κάνω μικρά κομμάτια το ψωμί= θρυμματίζω,
El anciano migó su pedazo de pan y se lo tiró a las palomas,
Ο γέρος θρυμμάτισε το κομμάτι ψωμί του και το πέταξε στα περιστέρια
2. ρίχνω κομμάτια ψωμιού σε υγρό, κάνω παπάρα, Migar la leche, Κάνε παπάρα το γάλα
miguero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το ισπανικό φαγητό με θρυμματισμένο τηγανητό ψωμί
miaja 1. θ, ψίχα ψωμιού
2. μτφ, μικρά ποσότητα από κάτι, στάλα, ιδέα, πρέζα, κομματάκι,
El arroz sigue soso. Échale otra miaja de sal,
Το ρύζι είναι ακόμα άγευστο. Ρίξε του άλλη μια πρέζα αλάτι
¿Quieres más tarta? – Vale. Una miaja, Θέλεις κι άλλο κέικ; – Εντάξει. Ένα κομματάκι
3. εκφ, una miaja, λιγουλάκι, μια ιδέα, una miaja bastará, μια ιδέα θα φτάσει, φτάνει,
su casa está una miaja lejos, το σπίτι του είναι κομματάκι μακριά
El examen era una miaja complicado, ¿no?
Η εξέταση ήταν λιγουλάκι περίπλοκη, έτσι δεν είναι;
desmigajar 1. ρμ, κάνω ψίχουλα, θρυμματίζω, Desmigajé el pan y lo puse en la sopa,
Θρυμμάτισα το ψωμί και το έβαλα στη σούπα
2. βγάζω, αφαιρώ την ψίχα, desmigajar una barra de pan,
βγάζω, αφαιρώ την ψίχα από ένα καρβέλι ψωμί
3. ραντ, γίνομαι ψίχουλα, θρυμματίζομαι, El pastel se desmigaja fácilmente,
Το κέικ θρυμματίζεται εύκολα
4. διαλύομαι, θρυμματίζομαι, El papel antiguo se desmigajó con el paso del tiempo,
Το παλιό χαρτί διαλύθηκε με την πάροδο του χρόνου
desmigar 1. ρμ, κάνω ψίχουλα, θρυμματίζω
2. ξεψαχνίζω, desmigó el bacalao para hacer buñuelos,
ξεψάχνισε τον μπακαλιάρο για να φτιάξει πιττάκια
3. βγάζω, αφαιρώ την ψίχα, desmigó el panecillo, έβγαλε την ψίχα από το ψωμάκι
4. ραντ, γίνομαι ψίχουλα, θρυμματίζομαι
5. διαλύομαι, θρυμματίζομαι
mica 1. θ, ορυ, μίκα, μαρμαρυγίας
micáceo, a 1. ε, γωλ, μαρμαρυγιακός, -ή, -ó
micacita 1. θ, γωλ, μαρμαρυγιακός σχιστόλιθος