MIMO= ΠΡΧ ΜΙΜΟΣ, ΗΧΜ Μ-Μ= ΧΑΔΙ, ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΚΑΤΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mimo 1. α θ, μίμος, Guillermo estudió para ser mimo en la academia de teatro,
Ο Γκιγιέρμο σπούδασε για να γίνει μίμος στην ακαδημία θεάτρου
mimo 1. α, θτρ, παντομίμα, μίμος
2. ηχμ, κάνω μ-μ σε κάποιον= τρυφερότητα, χαϊδολόγημα, αγάπες σε κάποιον,
se pasó toda la tarde haciendo mimos a su mujer,
πέρασε όλο το απόγευμα κάνοντας αγάπες στην γυναίκα του
3. κανάκεμα στα παιδιά, A mi bebé le encantan los mimos,
Στο μωρό μου του αρέσουν πολύ τα κανακέματα
4. φροντίδα, προσοχή σε αντικείμενο,
La mercancía se trata con mucho mimo antes de entregarse,
Το εμπόρευμα αντιμετωπίζεται με μεγάλη προσοχή πριν να παραδοθούν
5. εκφ, cubrir a alguien de mimos, έχω κάποιον στα ώπα-ώπα, κανακεύω κάποιον
hacerle, darle mimos a alguien, κάνω αγάπες σε κάποιον
mimar 1. ρμ, αναπαριστώ με την τέχνη του μίμου, μιμούμαι,
Nos enseñan a mimar acciones y emociones en la escuela de interpretación,
Μας διδάσκουν να μιμούμαστε πράξεις και συναισθήματα στη σχολή υποκριτικής
2. μτφ, κάνω μ-μ σε κάποιον, κάτι= χαϊδολογώ, al gato le gusta que lo mimen,
στον γάτο του αρέσει να τον χαϊδολογούν
3. έχω μη-μου-άπτου, παραχαϊδεύω, κακομαθαίνω, mima demasiado a sus hijos pequeños,
κακομαθαίνει πολύ τα μικρά παιδιά της
4. χειρίζομαι κάτι με προσοχή
5. κανακεύω ή προσέχω κάποιον, Nos gusta mimar al cliente,
Μας αρέσει να προσέχουμε τον πελάτη
mimado, da 1. ε, παρα-χαϊδεμένος, -η, -ο, κακομαθημένος, -η, -o,
Sus hijos están muy mimados, Τα παιδιά τους είναι πολύ κακομαθημένα
2. α θ, παραχαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί
Sí, son unos mimados, pero ya verás cómo cambian cuando empiecen el colegio,
Ναι, είναι κάποια κακομαθημένα, αλλά θα δεις πώς αλλάζουν όταν ξεκινήσουν το σχολείο
mimoso, sa 1. ε, χαδιάρης, -α, -ικο, χαδιάρικος, -η, -o, un gato muy mimoso,
ένα γατί πολύ χαδιάρικο
su sobrina es muy mimosa, η ανιψιά του είναι πολύ χαδιάρα
2. για πράξη, λόγια, τρυφερός, -ή, -ό, γλυκός, -ιά, -ό, μελιστάλαχτος, -η, -ο
palabras mimosas, λόγια γλυκά
mimodrama 1. α, μιμόδραμα
mimógrafo, fa 1. α θ, μιμογράφος
mimología 1. θ, μιμητική
mimeografía 1. θ, αναπαραγωγή αντιγράφων με πολύγραφο
mimeografiar 1. ρμ, αναπαράγω αντίγραφα με πολύγραφο
mimeógrafo 1. α, χειριστής πολύγραφου
mimesis, mimesis 1. θ, λογ, μίμηση, μιμητισμός
2. λγτ, μίμηση
mimetismo 1. α, μιμητισμός
mímica 1. θ, μιμητική, μιμική
mímico, ca 1. ε, μιμητικός, -ή, -ó, μιμικός, -ή, -ó
mimético, ca 1. ε, μιμητικός, -ή, -ό
mímicamente 1. επρ, μιμητικά, μιμητικώς
mimetizar 1. ρμ, μιμούμαι, algunos insectos mimetizan los colores de animales venenosos,
κάποια έντομα μιμούνται τα χρώματα από ζώα δηλητηριώδες
2. ραντ, μιμούμαι= καμουφλάρομαι, παίρνω εμφάνιση, χρώμα περιβάλλον,
el camaleón se mimetiza con facilidad, ο χαμαιλέοντας μιμείται εύκολα το περιβάλλον του
miméticamente 1. επρ, μιμητικά, μιμητικός
pantomima 1. θ, θτρ, παντομίμα
2. θτρ, φάρσα, φαρσοκωμωδία, una pantomima para la galería, μια λαϊκή φαρσοκωμωδία
3. μτφ, ψέματα, está haciendo la pantomima de que le duele la cabeza para no ir a trabajar,
κάνει ψέματα πως τον πονάει το κεφάλι για να μην πάει να δουλέψει
pantomimo, ma 1. α θ, μίμος
momo 1. α, πρχ μίμος προσώπου= γκριμάτσα, El niño en el asiento delante del mío se pasó todo el vuelo haciéndome momos, Το παιδί στο κάθισμα μπροστά μου πέρασε όλη την πτήση κάνοντας μου γκριμάτσες
momear 1. ρα, κάνω μίμους= γκριμάτσες, la clase no es un lugar para momear,
Η τάξη δεν είναι μέρος για να κάνεις γκριμάτσες
momería 1. θ, πράξεις μίμου= καραγκιοζιλίκια, γελοιότητες, deja de hacer momerías,
σταμάτα να κάνεις γελοιότητες
momero, ra 1. ε, καραγκιοζιλίδικος, -η, -o, γελοίος, -α, -o
2. α θ, καραγκιόζης
mimosa 1. θ, βοτ, μιμόζα
2. σνθ, mimosa púdica, vergonzosa, μιμόζα η αισχυντηλή, η ντροπαλή