MEJOR= ΠΡΧ ΜΑΧΑΡ-ΑΓΙΑΣ> ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΑΣ, ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΜΕΓΙΣΤΟΥ, ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ, ΒΕΛΤΙΣΤΟΥ, ΠΟΛΥ, ΠΟΛΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mejor πρχ μαχαρ-αγιας> μεγάλος
1. ε, συγκριτικό για καλοσύνη, ηθικό ή φυσικό προσόν, ποιότητα, καλύτερος, -η, -o,
una televisión de mejor calidad, μια τηλεόραση καλύτερης ποιότητας
es mi mejor amigo, είναι ο καλύτερος φίλος μου
mejor… que, καλύτερος… από, Este cuadro es mejor que el otro que pintaste,
Αυτός ο πίνακας είναι καλύτερος από τον άλλον που ζωγράφισες
2. υπερθετικό, el, la mejor, μετά από ουσιαστικό, o καλύτερος, η καλύτερη, το καλύτερο,
el mejor jugador de todos los tiempos, o καλύτερος παίκτης όλων των εποχών,
en el mejor de los casos, στην καλύτερη περίπτωση
3. εκφ, a lo mejor, στο καλύτερο= ίσως, a lo mejor voy, ίσως πάω,
a lo mejor me voy de madrugada, ίσως φύγω ξημερώματα
a, para mejor, για το καλύτερο, sólo puede ser un cambio a, para mejor,
μόνο μπορεί να είναι η αλλαγή για το καλύτερο
hacer algo lo mejor que, κάνω κάτι (με το τρόπο) το καλύτερο που,
lo hice lo mejor que pude, το έκανα όσο καλύτερα μπορούσα
hacer mejor, μετ, κάνει καλύτερο καιρό= βελτιώνεται ο καιρός
lo mejor de lo mejor, το καλύτερο από το καλύτερο= η αφρόκρεμα
lo mejor es enemigo de lo bueno, το καλύτερο είναι εχθρός του καλού
Ιο mejor es que, σαν προτίμηση, το καλύτερο είναι να, lo mejor es que nos vayamos,
το καλύτερο είναι να φύγουμε
το καλύτερο είναι ότι, σαν ειρωνία, lo mejor fue que nadie se dio cuenta de nada,
το καλύτερο ήταν ότι κανείς δεν πήρε χαμπάρι τίποτα
lo mejor posible, το καλύτερο δυνατό
no haber nada mejor que, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από
ser lo mejor que, είναι ó,τι καλύτερο που
ser Ιο mejor que hay, είναι το καλύτερο που υπάρχει
ser mejor que, είναι καλύτερα να, es mejor que no vayas, καλύτερα να μην πας
mejor 1. επρ, συγκριτικό, καλύτερα, con el coche voy mejor, με το αμάξι πάω καλύτερα mejor que, καλύτερα από, juegas mejor que antes, παίζεις καλύτερα από πριν
2. υπερθετικό, καλύτερα, él es el que juega mejor,
αυτός είναι που παίζει καλύτερα από όλους
3. σαν προτίμηση, mejor quedamos mañana, οικ, καλύτερα να βρεθούμε αύριο
mejor no voy, οικ, καλύτερα να μην πάω
4. εκφ, a cual mejor, το ένα καλύτερο από το άλλο
estar mejor, για ποιότητα, είναι καλύτερα, con un poco de sal está mejor,
με λίγο αλάτι είναι καλύτερα
για υγεία, είμαι καλύτερα, estuve enferma por una semana, pero ahora estoy mejor,
ήμουν άρρωστη για μια εβδομάδα, αλλά τώρα είμαι καλύτερα
ηθικά, είμαι καλύτερα
για καιρό, είναι καλύτερα, καλυτερεύω, βελτιώνω, la tarde está mejor que esta mañana,
τώρα το απόγευμα είναι καλύτερα σε καιρό από το πρωί
για άνεση, είμαι καλύτερα, en el sillón estarás mejor, στην πολυθρόνα θα είσαι καλύτερα
mejor para mí, ti, él κλπ, καλύτερα για μένα, εσένα, αυτόν κ.λπ
mejor que mejor, πολύ καλύτερα, y si hoy terminamos todo el papeleo, mejor que mejor,
και αν τελειώσουμε σήμερα όλο το χαρτομάνι, πολύ καλύτερα
mucho mejor, πολύ καλύτερα
tanto mejor, τόσο το καλύτερο, ακόμη καλύτερα
mejor 1. επφ, καλύτερα!, nos vamos en seguida, ¡mejor!, φεύγουμε αμέσως, καλύτερα!
mejorcito, ta 1. ε, οικ, πρχ μεγιστούλης= καλυτερούλης> καλύτερος, -η, -o,
este estudiante es el mejorcito de la clase, αυτός ο μαθητής είναι η καλύτερος της τάξης
2. εκφ, lo mejorcito, οικ, esta moto es de lo mejorcito, αυτή η μότο είναι από τα καλύτερα
mejoría 1. θ, καλυτέρευση, βελτίωση σε απόδοση, δραστηριότητα, κατάσταση, άρρωστο,
La defensa mostró una mejoría importante en comparación con el partido anterior,
Η άμυνα παρουσίασε σημαντική βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο παιχνίδι
El médico dijo que hubo una mejoría, pero que el paciente tenía que permanecer ingresado
Ο γιατρός είπε ότι υπήρξε βελτίωση, αλλά ότι ο ασθενής έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο
2. καλυτέρευση, βελτίωση καιρού, κλίματος
mejora 1. θ, καλυτέρευση, βελτίωση ή αύξηση σε κάτι,
mejora de salarios, αύξηση των μισθών
mejora de la vida, καλυτέρευση της ζωής
2. τροποποίηση σαν βελτίωση, han hecho mejoras en su piso,
έχουν κάνει βελτιώσεις στο διαμέρισμα τους
3. καλύτερη προσφορά σε πλειοδοσία σε δημοπρασία
4. καλυτέρευση= άνοδος θερμοκρασίας, la mejora de temperatura ha sido espectacular,
η άνοδος της θερμοκρασίας ήταν εντυπωσιακή
5. νομ, κληροδοσία, μερίδιο κληρονομιάς που δικαιούται να διαθέσει ο κληρονομούμενος σε νόμιμους κληρονόμους του επιπρόσθετα της νόμιμης μοίρας τους
6. αγρ, βελτίωση, mejora de las tierras, βελτίωση εδαφών
7. καλυτέρευση, βελτίωση υγείας
mejorar 1. ρμ, καλυτερεύω, βελτιώνω, este corredor ha mejorado su marca,
αυτός ο δρομέας έχει βελτιώσει το ρεκόρ του
2. καλυτερεύω σε υγεία, mi madre ha mejorado mucho,
η μητέρα μου έχει καλυτερεύσει πολύ
3. βελτιώνω οικονομικά, αυξάνω, reclaman que les mejoren el sueldo,
ζητούν να τους αυξήσουν το μισθό
4. αύξηση προσφοράς σε δημοπρασία, πλειοδοτώ ή βελτιώνω προσφορά σε αγορά,
Si quieren comprar la casa, van a tener que mejorar su oferta,
Αν θέλετε να αγοράσετε το σπίτι, θα πρέπει να βελτιώσετε την προσφορά σας
5. βελτιώνω την θέση μου, συμφέρον, συμφέρω, ευνοώ,
la nueva ley mejora a los profesores, o νέος νόμος ευνοεί τους καθηγητές
6. καλυτερεύω σε κάτι σχετικά με πριν, has mejorado mucho en matemáticas,
έχεις βελτιώσει πολύ στα μαθηματικά
7. νομ, κληροδοτώ, διαθέτω σε νόμιμους κληρονόμους μου μερίδιο της κληρονομιάς μου επιπρόσθετα της νόμιμης μοίρας τους, mejoró a su hijo mayor en el testamento,
στη διαθήκη κληροδότησε την περιουσία του στο μεγάλο του γιο
8. αγρ, βελτιώνω το έδαφος, el cultivo de rotación mejora el terreno,
η εναλλαγή καλλιεργειών βελτιώνει το έδαφος
9. ραντ, βελτιώνομαι, καλυτερεύω, se han mejorado las condiciones de vida,
έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες της ζωής
10. για υγεία, καλυτερεύω, αναρρώνω, ¡que te mejores! περαστικά!
mejorable 1. ε, με περιθώρια βελτίωσης, επιδεκτικός, -ή, -ό καλυτέρευσης, βελτίωσης
Leí el guión. Me parece interesante, pero es mejorable,
Διάβασα το σενάριο. Το βρίσκω ενδιαφέρον, αλλά με περιθώρια βελτίωσης
ή θα μπορούσε να βελτιωθεί
inmejorable 1. ε, δεν παίρνει άλλη βελτίωση= αξεπέραστος, -η, -o, τέλειος, -α, -o
mejorado, da 1. ε, για άρρωστο, βελτιωμένος, -η, -ο, σε καλύτερη κατάσταση,
te veo bastante mejorado, σε βλέπω αρκετά βελτιωμένο
mejoramiento 1. πράξη και αποτέλεσμα του mejorar
desmejorar πρχ δεν καλυτερεύω σε κάτι= ξε-καλυτερεύω, χάνω σε ποιότητα,
επι-δεινώνω, χειροτερεύω
1. ρμ, χάνω τις καλές συνθήκες, κατάσταση, χαλάω το καλό κλίμα,
la mala relación entre compañeros desmejoró mucho el ambiente laboral,
η κακή σχέση μεταξύ συναδέλφων χάλασε πολύ το εργασιακό περιβάλλον
2. χαλάω την εμφάνιση, ασχημίζω, χάνω την υγεία μου,
este peinado la desmejora mucho, αυτό το χτένισμα την ασχημίζει
su obsesión por adelgazar la ha desmejorado mucho,
η εμμονή της για να αδυνατίσει την έχει χαλάσει πολύ
3. ρα, ραντ, για υγεία, υποτροπιάζω, επιδεινώνομαι, empezó a desmejorar tras la embolia, άρχισε να επιδεινώνεται μετά την εμβολή
4. χειροτερεύω, επιδεινώνομαι, la situación ha desmejorado rápidamente,
η κατάσταση χειροτέρευσε γρήγορα
desmejoramiento 1. α, χειροτέρευση σε κάτι, συνθήκες, κατάσταση
2. για υγεία, επιδείνωση, υποτροπιασμός
desmejorado, da 1. ε, καταβεβλημένος, -η, -o, estaba desmejorado, ήταν καταβεβλημένος
medra 1. θ, πρχ mejora> medra= καλυτέρευση, πρόοδος, βελτίωση, αύξηση σε κάτι,
la medra del negocio, η πρόοδο της επιχείρησης
medrar πρχ mejorar > μεγαλώνω > medrar
1. ρα, για άτομο, προοδεύω, αυξάνω οικονομικά, ανθίζω, ακμάζω,
consiguió medrar a costa de sus empleados,
κατάφερε να προοδεύσει εις βάρος των υπαλλήλων του
La industria farmacéutica medró a pesar de la crisis económica,
Η φαρμακοβιομηχανία άκμασε παρά την οικονομική κρίση.
2. για φυτά, αυξάνω, αναπτύσσομαι, las malas hierbas medran en el jardín,
τα αγριόχορτα αυξάνουν στον κήπο
3. για ζώα, αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
4. εκφ, ¡medrados estamos! τώρα μάλιστα!, τώρα σωθήκαμε!
medro 1. α, καλυτέρευση, πρόοδος, βελτίωση, ανάπτυξη σε κάτι
desmedrar ξε-καλυτερεύω ή ξε-μετράω
1. ρα, ραντ, χάνω δυνάμεις, επιδεινώνομαι σωματικά, αποδυναμώνομαι, χειροτερεύω,
el anciano se desmedró mucho en pocos días,
ο γέρος αποδυναμώθηκε πολύ σε λίγες μέρες
La desigualdad ha desmedrado nuestras instituciones políticas,
Η ανισότητα έχει χειροτερεύσει τους πολιτικούς μας θεσμούς
desmedrado, da 1. ε, για άτομο, για άτομο, πράγμα, δεν έχει σωστή ανάπτυξη,
αρρωστιάρης, -α, -ικο, αδύναμος, -η, -ο, καχεκτικός, -ή, -ό
desmedro 1. α, επιδείνωση, χειροτέρευση σωματική
2. εκφ, en desmedro de, εις βάρος του
multitud πρχ μουλτι= πολύ ή μιλούνια= πολύ
1. θ, πλήθος ατόμων, una multitud aclamó al campeón de liga,
ένα πλήθος ζητωκραύγασε τον πρωταθλητή
2. πληθώρα πραγμάτων, σωρός, en multitud de ocasiones, σε πληθώρα περιστάσεων
tengo una multitud de papeles que ordenar, έχω ένα σωρό από χαρτιά να οργανώσω
multitudinario, ria 1. ε, πολυπληθής, -ής, -ές, μαζικός, -ή, -ό,
espectáculo multitudinario, θέαμα πολυπληθές
una manifestación multitudinaria, μια μαζική διαδήλωση
multitudinariamente 1. επρ, μαζικώς, κατά πλήθη, σωρηδόν,
el público acudió multitudinariamente al partido,
το κοινό κατέφθασε σωρηδόν στo παιχνίδι
muy 1. επρ, δείχνει υψηλό βαθμό, με επίθετα, επιρρήματα όχι σύγκρισης, πολύ,
El hotel era muy caro, Το ξενοδοχείο ήταν πολύ ακριβό,
Es muy joven para beber tanto, Είναι πολύ μικρός για να πιει τόσο,
muy bueno, inteligente, πολύ καλός, έξυπνος,
για απόσταση, muy cerca, lejos, πολύ κοντά, μακριά
για κίνηση, va muy despacio, πάει πολύ σιγά
muy bonito, πολύ όμορφο
es muy grande, είναι πολύ μεγάλο
ahora ya es muy tarde, τώρα πια είναι πολύ αργά
2. εκφ, el, la, los, las muy, δίνει έμφαση στο λεγόμενο, οικ, ο πολύ, εντελώς, τελείως,
el muy cabezón se negó a ser ayudado, ο πολύ, εντελώς κεφάλας αρνήθηκε να βοηθηθεί,
¡el muy …! οικ, τι…!, ¡el muy imbécil! τι ηλίθιος!
¡muy bien! σαν εντάξει= πολύ ωραία! ή τι ωραία!, μπράβο!, πολύ καλά!
muy de, οικ, πολύ του= es muy de salir, είναι πολύ του να βγαίνει, του έξω,
ή ίδιο του, πολύ, es muy de ella, είναι πολύ του χαρακτήρα της!
por muy… que, όσο (πολύ)… και αν, iré a jugar por muy cansado que esté,
θα πάω να παίξω όσο κουρασμένος κι αν είμαι
achantar la muy, οικ, πρχ τσιμουδιάζω την πολύ (γλώσσα) = το βουλώνω
mucho, cha πρχ ρίζα μου> με-γάλο
1. ε, για ποσότητα, muchos meses sin trabajar, πολλοί μήνες χωρίς να δουλέψω
tengo muchos amigos, έχω πολλούς φίλους
no tengo mucho tiempo, δεν έχω πολύ χρόνο
muchas gracias, ευχαριστώ πολύ
hace mucho calor, κάνει πολλή ζέστη
hace mucho tiempo, εδώ και πολύ καιρό, πάει πολύς καιρός
muchas veces πολλές φορές
2. με οι, τους, κλπ, con los, sus, πολυάριθμος, -η, -o, sus muchos trabajos,
οι πολυάριθμες δουλειές του
3. σε ενικό, πάρα πολύ, es mucho dinero para un chico,
είναι πάρα πολύ χρήμα για ένα παιδί
4. αντ αόριστη, πολύ, ¿queda comida?, no mucha, έχει (μείνει) φαγητό;, όχι πολύ
somos muchos, είμαστε πολλοί
mucho 1. επρ, πολύ, trabaja mucho, δουλεύει πολύ
no me gusta mucho, δε μου αρέσει πολύ
2. με επίρρημα, επίθετο είναι αυξητικό, πολύ,
mucho más, menos, πολύ περισσότερο, λιγότερο
mucho mayor, menor, πολύ μεγαλύτερος, -η, -o, μικρότερος, -η, -o
mucho antes, después, πολύ νωρίτερα, αργότερα
3. για χρόνο, πολύ, aprender español dura mucho, να μάθεις ισπανικά διαρκεί πολύ
4. πολύ= συχνά, ¿vienes mucho por aquí? έρχεσαι συχνά εδώ;
5. εκφ, como mucho, το πολύ, το αργότερο, como mucho llegaré a las 10,
το πολύ θα φτάσω στις 10
con mucho, με (πολύ) διαφορά, es con mucho el más guapo,
είναι με διαφορά o πιο όμορφος
muy mucho, οικ, πάρα πολύ, me gusta muy mucho, μου αρέσει πάρα πολύ
ni con mucho, ούτε με πολύ (προσπάθεια)= σε καμία περίπτωση, με τίποτα,
no es ni con mucho la mejor película, δεν είναι σε καμία περίπτωση η καλύτερη ταινία
ni mucho menos, ουτέ πολύ (απο το) λιγότερο= σε καμία περίπτωση, με κανέναν τρόπο,
no es tonto, ni mucho menos δεν είναι χαζός, σε καμία περίπτωση
por mucho que, με ρήμα, όσο πολύ κι αν, αν και,
por mucho que me esfuerce nunca lo consigo,
όσο κι αν το προσπαθήσω ποτέ δεν το καταφέρνω
tener en mucho, έχω σε πολύ εκτίμηση, εκτιμώ πολύ
muchedumbre 1. θ, πλήθος από άτομα ή πράγματα,
Una muchedumbre apareció delante del ayuntamiento para manifestarse,
Ένα πλήθος εμφανίστηκε μπροστά από το δημαρχείο για να διαδηλώσει