MEJUNJE

MEJUNJE= ΠΡΧ ΜΕΙΓΝΥΩ> ΜΕΙΓΜΑ

mejunje 1. α, υτμ, μείγμα αλοιφής

2. ποτό σα μείγμα= καταπότι

menjunje, menjurje 1. α, υτμ, ποτό βρωμοζούμι

2. αλοιφή, βάλσαμο από μείξη διάφορων υλικών

Scroll to Top