MEJILLA= ΠΡΧ ΜΕΧ-ΙΛΑ> ΜΑΓ-ΟΥΛΟ, ΠΡΧ ΜΑΛΑΡ> ΜΑΓΟΥΛΟ> ΖΥΓΩΜΑΤΙΚΟ,
ΠΡΧ ΜΑΞΙΛΑΡ> ΜΑ(Κ)ΣΟΥΛΑ> ΜΑ(Κ)ΣΙΤΙΚΟ> ΓΝΑΘΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mejilla 1. θ, μάγουλο, παρειά, le dio un beso en la mejilla του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο
2. εκφ, ofrecer, poner la otra mejilla, προσφέρω, στρέφω και το άλλο μάγουλο
mejillón 1. α, ζωλ, πρχ σαν μάγουλο= μύδι
2. σνθ, mejillones a la marinera, μαγ, μύδια αλά μαρινάρα
mejillonera 1. θ, μαγουλ-ιερα> μυδ-ιέρα= μυδο-τροφείο
mejillonero, ra 1. ε, μαγουλ-ιαρης> μυδιο-τροφειακός, -ή, -ό, σχετικός με την εκτροφή μυδιών
malar 1. ε, ανα, ζυγωματικός, -ή, -ό
2. α, ανα, ζυγωματικό
maxilar 1. ε, α, ανα, γναθικός. -ή, -ό, γναθιαίος, -α, -ο, γνάθος
2. σνθ, maxilar inferior, superior της κάτω, άνω γνάθου
maxilofacial 1. ε, ανα, γναθο-προσωπικός, -ή, -ό
maxilolabial 1. ε, ανα, γναθο-χειλικός, -ή, -ό, της γνάθου και του χείλους
maxilonasal 1. ε, ανα, γναθο-ρινικός, -ή, -ό, της γνάθου και της μύτης
intermaxilar 1. ε, α, ανα, μεσο-γνάθιος, -ος, -ο, μεσο-γνάθιο
submaxilar 1. ε, ανα, υπο-γνάθιος, -α, -o
supramaxilar 1. ε, ανα, άνω γναθικός, -ή, -ó
2. α, ανα, άνω γναθικός