MATRACA

MATRACA= ΠΡΧ ΜΑΤΡΑΚΑΣ> ΡΟΚΑΝΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

matraca 1. θ, ροκάνα

2. μτφ, επιμονή, ενόχληση σε κάποιον για κάτι, γκρίνια, σαν ήχος ματρακά,

¡otra vez está con la matraca de que no quiere comer!

Πάλι με την ίδια γκρίνια που δεν θέλει να φάει!

3. μτφ, άτομο ενοχλητικό, σπαστικός, Tu padre es una matraca. No lo soporto,

Ο πατέρας σου είναι σπαστικός. Δεν τον αντέχω

4. εκφ, dar la matraca, δίνω τον ματρακά στα αυτιά κάποιου= τον πρήζω, ζαλίζω, τη σπάω,

no para de darme la matraca, δεν σταματά να με ζαλίζει

¡qué matraca!, μτφ, τι ματρακάς, μπελάς!

matracas 1. θ πλ, μτφ, αργκό σχολική= μαθηματικά

me han cateado las matracas otra vez, με έχουν κόψει στα μαθηματικά πάλι

matraquear 1. ρα, χτυπάω τη ροκάνα

2. κροταλίζω, τρίζω, Las tablas del puente matraquearon cuando el tren cruzó sobre ellas,

Οι σανίδες της γέφυρας έτριζαν καθώς το τρένο πέρασε από πάνω τους

3. οικ, μτφ, κοροϊδεύω κάποιον,

4. οικ, μτφ, πρήζω, ζαλίζω κάποιον, τη σπάω

matraqueo 1. α, κροτάλισμα

2. οικ, μτφ, σπάσιμο, ενόχληση, πρήξιμο σε κάποιον

matraquista 1. α θ, μτφ, μπελάς

2. μτφ, πλακατζής, -ού, καλαμπουρτζής, -ού, χωρατατζής, -ού

Scroll to Top