MATIZAR = ΠΡΧ ΜΑΤΙΖΑΡ> ΧΡΩ-ΜΑΤΙΖΩ
Ή ΔΕΙΓ-ΜΑΤΙΖΩ ΦΑΣΜΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ> ΔΙΝΩ ΑΠΟΧΡΩΣΗ,
ΜΤΦ, ΕΞΗΓΩ ΤΙΣ ΝΟΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ, ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
matizar πρχ χρω-ματίζω, δειγ-ματίζω σαν φάσμα χρωματικό
1. ρμ, δίνω απόχρωση σε κάτι, αλλάζω ένα τόνο στο χρώμα του,
matizó los negros con un toque blanco, χρωμάτισε τα μαύρα με ένα άγγιγμα λευκού,
ή μτφ, la pena matizaba sus palabras, η λύπη χρωμάτιζε τα λόγια του
2. μτφ, διευκρινίζω, επεξηγώ, σαν να αποχρω-ματίζω την έννοια, σημασία σε κάτι,
hay que matizar esa afirmación, πρέπει να διευκρινιστεί αυτή η δήλωση,
Me lo puedes matizar, no lo entiendo, μπορείς να μου το εξηγήσεις, δεν το καταλαβαίνω
3. μτφ, μαλακώνω κάτι, intentó matizar su brusca negativa,
προσπάθησε να μαλακώσει την απότομη άρνηση του
matización 1. θ, απόχρωση, Para la matización de esa pintura de azul tan intenso puedes mezclarla con pintura blanca, Για την απόχρωση αυτής της βαφής με μπλε τόσο έντονο μπορείς να την ανακατέψεις με λευκή βαφή
2. σύνολο χρωματισμών σε δειγματολόγιο
3. μτφ, διευκρίνιση, επεξήγηση σε έννοια, σημασία, κείμενο, λεπτότερη εξήγηση,
σαν να αποδίδω την εννοιολογική απόχρωση σε κάτι που έχω πει,
pidieron al político que hiciera algunas matizaciones a su discurso,
ζήτησαν στον πολιτικό να έκανε κάποιες διευκρινίσεις στην ομιλία του
matiz πρχ ματις> χρω-μάτιση
1. α, απόχρωση, Añadiendo negro o blanco a un color podemos cambiarle el matiz,
Προσθέτοντας μαύρο ή λευκό σε ένα χρώμα μπορούμε να του αλλάξουμε την απόχρωση
2. μτφ, εννοιολογική εξήγηση, σε λόγια, κείμενο, τόνος, ύφος,
ή εννοιολογική απόχρωση σε λέξη, σημασία, χροιά,
Con los mensajes escritos, a veces es difícil expresar ciertos matices,
Με τα γραπτά μηνύματα, ενίοτε είναι δύσκολο να εκφράσεις κάποιες σημασίες,
La palabra modernista llegó a ser usada con matiz despectivo,
Η λέξη μοντερνιστής έφτασε να χρησιμοποιείται με έννοια υποτιμητική
3. μσκ, τονικότητα, απόχρωση ηχητική, los matices de esta esta partitura,
οι τονικότητες αυτής της παρτιτούρας