MATRERÍA= ΠΡΧ ΜΑΣΤΟΡΙΑ ΝΟΗΤΙΚΗ> ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ, ΠΟΝΗΡΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
matrería 1. θ, πρχ μαστοριά νοητική= ικανότητα αντίληψης πονηριών, πανουργία ατόμου, πονηριά, κατεργαριά, παγαποντιά, no le toman nunca el pelo gracias a su matrería,
δεν τον πιάνουν κώτσο ποτέ χάρη στην πανουργία του
matrero, ra 1. ε, μάστορας νοητικά= πανούργος, -α, -ο, κατεργάρης, -α, -ικο, πονηρός, -ή, -ό
es un hombre matrero, así que no le engañarás,
είναι ενας άντρας πανούργος, οπότε δεν θα τον εξαπατήσεις
2. δύσπιστος, -η, -ο
mohatra 1. θ, πρχ μοατρα> μαστοριά= απάτη
mohatrar 1. ρα, κάνω μαστοριά σε κάποιον= εξαπατώ
mohatrero, ra 1. α θ, μτφ, μάστορας= απατεώνας, -ισσα, λωπο-δύτης, -ισσα