MADEJA= ΠΡΧ ΜΕΤΑΞΑ> ΜΕΤΑΞΙ> ΚΟΥΒΑΡΙ ΑΠΟ ΜΑΛΛΙ,
ΠΡΧ ΜΑΝΤΑΡΑ> ΕΝΝΟΙΑ ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΟΣ> ΚΟΥΒΑΡΙ,
ΜΤΦ ΞΕΚΟΥΒΑΡΙΑΖΩ ΥΠΟΘΕΣΗ,
ΜΤΦ ΞΕ-ΤΥΛΙΓΩ ΥΠΟΘΕΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
madeja πρχ σαν μέταξα= κουβάρι
1. θ, κουβάρι από μαλλί, κλωστή, νήμα, Compré varias madejas de hilo para tejer un suéter,
Αγόρασα αρκετά κουβάρια νήματος για να πλέξω ένα πουλόβερ
2. τούφα από μαλλί, madeja de pelo
3. οικ, μτφ, για άτομο, σαν μετάξι= τεμπελχανάς, este chico es una madeja,
αυτό το αγόρι είναι ένας τεμπελχανάς
4. εκφ, enredar, liar la madeja, οικ, μτφ, μπερδεύω, μπλέκω το μετάξι= τα πράγματα
lo único que has conseguido ha sido enredar la madeja,
Το μόνο που κατάφερες είναι να μπερδέψεις το κουβάρι
cadejo 1. α, κουβάρι από κλωστή
2. τούφα από μαλλί
desmadejar 1. ρμ, ξε-μεταξώνω> ξε-κουβαριάζω, ξετυλίγω, λύνω,
¿Me ayudas a desmadejar este nudo? Με βοηθάς να ξετυλίξω, λύσω αυτόν τον κόμπο;
2. μτφ, ξεμπερδεύω, ξεκαθαρίζω υπόθεση
3. οικ, μτφ, ξε-μεταξώνω κάποιον= καταπονώ, ξεθεώνω, ατονώ σωματικά,
la enfermedad le ha desmadejado, η αρρώστια τον έχει ξεθεώσει
les desmadejó el sueño y el cansancio, τους ατόνησε ο ύπνος και η κούραση
4. ραντ, καταπονιέμαι, ξεθεώνομαι
desmadejamiento 1. α, οικ, μτφ, ατονία, αδυναμία σωματική
desmadejado, da 1. ε, οικ, μτφ, ξεμεταξωμένος= άτονος, -η, -o, αδύναμος, -η, -o σωματικά