MACUQUERO
macuquero 1. α, άτομο που εκμεταλλεύεται παράνομα εγκαταλελειμμένα ορυχεία
macuquino, na 1. ε, χωρίς εξωτερική στεφάνη, moneda macuquina,
νόμισμα χωρίς εξωτερική στεφάνη, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα
MACUQUERO
macuquero 1. α, άτομο που εκμεταλλεύεται παράνομα εγκαταλελειμμένα ορυχεία
macuquino, na 1. ε, χωρίς εξωτερική στεφάνη, moneda macuquina,
νόμισμα χωρίς εξωτερική στεφάνη, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα