MADRE

MADRE= ΠΡΧ ΜΗΤΕΡΑ, ΠΡΧ ΜΑΔΕΡΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

madre πρχ μητέρα

1. θ, μητέρα, Mi madre se llama María, Η μητέρα μου ονομάζεται Μαρία

ή θρη, μτφ, La madre Gabriela dio una charla sobre el amor verdadero,

Η μητέρα Γαβριέλα έδωσε μια ομιλία για την αληθινή αγάπη

2. κοίτη ποταμού, παραποταμού, con las lluvias el río se salió de su madre,

Με τις βροχές το ποτάμι ξεχείλισε από τις κοίτες του

3. αρδευτικό κανάλι

4. κεντρικός υπόνομος

5. οινολάσπη, τρυγία, κατακάθι οίνου, κρασιού

6. κατακάθι ξυδιού

7. κατακάθι καφέ

8. μτφ, καταγωγή σε κάτι, μητέρα, αιτία, πηγή, la envidia es la madre de todos los males,

ο φθόνος είναι η μητέρα όλων των συμφορών

9. οικ, γιαγιά, la madre María, η γιαγιά Μαρία

10. τχν, μήτρα

11. σνθ, madre abadesa, θρη, ηγουμένη

madre superiora, θρη, ηγουμένη

madre adoptiva, θετή μητέρα

madre biológica, βιολογική μητέρα

madre de alquiler, παρένθετη μητέρα

madre de familia, νοικοκυρά

madre de leche, παραμάνα, τροφός

madre naturaleza, μητέρα φύση

madre patria, μητέρα πατρίδα

madre política, πεθερά

madre soltera, ανύπαντρη μητέρα

madre tierra, μητέρα γη

12. εκφ, como su madre lo trajo al mundo, lo echó al mundo, lo parió,

όπως τον γέννησε η μάνα του, τον έφερε στον κόσμο

de puta madre, χυδ, γαμάτος, un coche de puta madre, ένα φοβερό αμάξι

es la madre del cordero, οικ, είναι η ρίζα του προβλήματος

¡la madre que te, lo, os, κλπ, parió! va… (χέσω)… τη μάνα που, σε, τον, τους κ.λπ. γέννησε! ¡madre mía!, ¡mi madre! οικ, Παναγία μου!, Θεέ μου!

¡ni madres! αποκλείεται!, με τίποτα!

nombrar, mentar la madre a alguien, οικ, βρίζω πατόκορφα κάποιον

sacar de madre a alguien, οικ, βγάζω κάποιον έξω από τα ρούχα του

salirse de madre, μτφ, για ποτάμι, ξεχειλίζω

ή για άτομο, το παρακάνω, ξεπερνάω τα όρια

madrastra 1. θ, μητριά, δεύτερη σύζυγος

2. κακιά μητριά, άστοργη μητέρα

madraza 1. θ, οικ, χαζομαμά

madrona 1. θ, κεντρικός αγωγός αποχέτευσης

madrecilla 1. θ, ωαγωγός

madreclavo 1. α, μοσχοκάρφι, γαρύφαλλο

madreperla 1. θ, ζωλ, πρχ μητρο-περλα= μαργαριτοφόρο όστρακο

2. μαργαριταρόριζα, φίλντισι

madrépora 1. θ, ζωλ, κοράλι του γένους των ακρο-πόρων

madrepórico, ca 1. ε ανθοζωικός, -ή, -ό, πορώδης, -ης, -ες

madreporita 1. θ, πορώδες κοράλι

madrero, ra 1. ε, μαμάκιας, μαμόθρεφτος, -η, -ο, su hijo pequeño es un niño madrero,

Ο μικρός της γιος είναι ένα παιδί μαμόθρεφτο

2. εκφ, ser muy, demasiado madrero, οικ, είμαι κολλημένος στο φουστάνι της μαμάς μου, είμαι μαμάκιας, μαμόθρεφτος

madreselva 1. θ, βοτ, μητρό-κλημα= αγιόκλημα

madriguera 1. θ, πρχ μητρ-ιερας= φωλιά ζώου, λαγούμι, El zorro regresó a su madriguera,

Η αλεπού επέστρεψε στο λαγούμι της

2. μτφ, άντρο κακοποιών, κρυψώνα, κρησφύγετο, λημέρι, γιάφκα,

La policía localizó al criminal en una madriguera a las afueras de la ciudad,

Η αστυνομία εντόπισε τον εγκληματία σε ένα κρησφύγετο στα περίχωρα της πόλης

amadrigar 1. ρμ, δίνω μητριερα= προσφέρω κατάλυμα, καταφύγιο σε κάποιον,

los isleños amadrigaron a los refugiados,

οι νησιώτες πρόσφεραν κατάλυμα στους πρόσφυγες

2. μτφ, προστατεύω κάποιον, amadrigó al ladrón porque le debía un favor,

προστάτεψε τον κλέφτη γιατί του χρωστούσε μια χάρη

3. ραντ, κρύβομαι, φυλάγομαι στην φωλιά για ζώο

4. μτφ, κλείνομαι στο καβούκι μου, απομονώνομαι, αποσύρομαι απο τον κόσμο

comadre πρχ κο-μαδρε> συ-μητέρα

1. θ, μαία, μαμμή Stephanie contrató a una comadre para ayudarla a parir en casa,

Η Στέφανι προσέλαβε μια μαία για να τη βοηθήσει να γεννήσει στο σπίτι

2. ανάδοχος, νονά, Mi comadre me compró un suéter,

Η νονά μου μού αγόρασε ένα πουλόβερ

3. μητέρα βαφτισμένου παιδιού

4. προξενήτρα

5. κουτσομπόλα

6. κολλητή φίλη, γειτόνισσα

comadrear 1. ρα, κουτσομπολεύω, σαν 2 μητέρες που τα λένε

comadreo 1. α, κουτσομπολιό

comadrero, ra 1. ε, α θ, κουτσομπόλικος, -η, -o, κουτσομπόλης, -λα

comadrón 1. α, μαιευτήρας

comadrona 1. θ, μαμμή

comadreja 1. θ, ζωλ, νυφίτσα, πρχ κο-μαδερι> επειδή ζει σε μαδέρι> σε κοιλότητες δέντρων

madrina πρχ κο-μαδρε> συ-μητέρα> κου-μπαρα

1. θ, ανάδοχος, νονά σε βάφτιση, Sería un honor ser la madrina de tu bebé,

Θα ήταν τιμή μου να είμαι νονά του μωρού σου

2. συνοδός σε τελετή, απονομή τιμής σε κάποιον

3. κουμπάρα σε γάμο, La madrina organizó una fiesta de despedida en Las Vegas,

Η νονά διοργάνωσε ένα μπάτσελορ, αποχαιρετιστήριο πάρτι στο Λας Βέγκας

4. πρόσωπο που βαφτίζει σκάφος, la reina fue la madrina del submarino,

Η βασίλισσα ήταν η νονά του υποβρυχίου

5. μτφ, προστάτιδα

6. μτφ, πάσσαλος, δοκάρι, πρχ από μαδέρι

7. μτφ, ιμάντας που ενώνει τα χαλινάρια δύο αλόγων

8. φοράδα που οδηγεί ένα κοπάδι αλόγων

9. ναυ, ονυχοθέτης

madrinazgo 1. α, κουμπαριά σε γάμο

2. αναδοχή παιδιού

amadrinar

1. ρμ, συνοδεύω κάποιον σε τελετή, απονομή τιμής

2. είμαι κουμπάρα σε κάποιον, amadrinó a su hermana el día de su boda,

Ήταν κουμπάρα της αδερφής της την ημέρα του γάμου της

2. μτφ, προστατεύω κάποιον

3. χορηγώ, πατρονάρω, una famosa actriz amadrinó la fiesta benéfica,

μια διάσημη ηθοποιός ήταν χορηγός της φιλανθρωπικής εκδήλωσης

4. ενώνω 2 άλογα με τον ιμάντα που ενώνει τα χαλινάρια δύο αλόγων

5. βαφτίζω σκάφος, La princesa fue la encargada de amadrinar el barco en la ceremonia,

Η πριγκίπισσα ήταν υπεύθυνη για να βαφτίσει το πλοίο στην τελετή

amadrinamiento 1. α, βάφτισμα παιδιού από γυναίκα

2. κουμπαριά γυναικεία

3. συνοδεία σε τελετή, απονομή τιμής

4. προστασία

5. χορηγία, πατρονάρισμα

6. βάφτιση σκάφους

7. ζέψιμο ανά ζεύγη σε άλογο

desmadrar πρχ ξε-μητρώνω

1. ρμ, απογαλακτίζω ζώο απο την μητέρα του

2. ραντ, ξεχειλίζω για ποτάμι

3. οικ, μτφ, ξεπερνώ τα όρια, ξεφεύγω, εκτροχιάζομαι, βγαίνω εκτός ελέγχου,

empezó a beber y se desmadró, άρχισε να πίνει και εκτροχιάστηκε

si no me controlara un poco en las comidas me desmadraría con el peso,

Αν δεν με κοντρόλαρα λίγο στα φαγητά, θα ξέφευγα με το βάρος μου

4. οικ, μτφ, βγαίνω εκτός ελέγχου για γιορτή, γεγονός

desmadre πρχ ξε-μήτρωμα

1. α, οικ, μτφ, χάος, este armario es un desmadre, αυτό το ερμάρι είναι ενα χάος

2. για γιορτή, ξεφάντωμα, ξέφρενο γλέντι, una noche de desmadre, μια ξέφρενη νύχτα

3. για τιμές, όρια συμπεριφοράς, χάσιμο μέτρου, εκτίναξη, θρασύτητα, αγένεια, ασέβεια,

el desmadre de los precios, η εκτίναξη των τιμών

hay que poner un poco de disciplina o los alumnos llegarán al desmadre absoluto,

πρέπει να τεθεί λίγο πειθαρχία αλλιώς οι μαθητές θα φτάσουν στην απόλυτη ασέβεια

desmadrado, da 1. ε, για ζώο, εγκαταλειμμένος, -η, -ο, χωρισμένος, -η, -ο απο μητέρα του

2. οικ, ξέφρενος, -η, -o, ανεξέλεγκτος, -η, -o, εκτός ορίων,

estuvo muy desmadrado toda la fiesta, ήταν πολύ ανεξέλεγκτος όλο το πάρτι

enmadrarse 1. ραντ, μαμοθρεφτίζω, είμαι δεμένος με την μητέρα μου

enmadrado, da 1. ε, οικ, μαμόθρεφτος, -η, -ο

maternal 1. ε, μητρικός, -ή, -ó

maternidad 1. θ, μητρότητα

2. σνθ, maternidad subrogada, νομ, υποκατάσταση μητρότητας

maternizado, da 1. ε, μητρικός, -ή, -ó

materno, na 1. ε, μητρικός, -ή, -ó

maternalmente 1. επρ, μητρικά

matrícula πρχ μητρ-ίδιον> μητρώο

1. θ, εγγραφή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα

2. καρτέλα εγγραφής

3. κατάλογος με εγγραφές, μητρώο, la matrícula de inscritos a las oposiciones,

o κατάλογος των εγγεγραμμένων στους διαγωνισμούς

4. αυτ, άδεια κυκλοφορίας, πινακίδα αριθμού κυκλοφορίας

5. ναυ, πλήρωμα

6. σνθ, matrícula de honor, άριστη βαθμολογία σε εξετάσεις με δικαίωμα δωρεάν εγγραφής στο επόμενο έτος

matrícula de mar, ναυτο-λόγιο

matricular 1. ρμ, πρχ μητρο-ποιώ, δηλώνω, καταχωρώ όχημα στο μητρώο εγγραφής

antes de sacar el barco del puerto, tienes que matricularlo,

Πριν βγάλετε το σκάφος από το λιμάνι, πρέπει να το καταχωρήσεις

2. εγγράφω άτομο, matriculó a su hijo en un colegio privado,

έγραψε το γιο του σε ιδιωτικό σχολείο

3. ραντ, εγγράφομαι

matriculación 1. θ, καταχώριση αριθμού κυκλοφορίας οχήματος

2. αριθμός κυκλοφορίας

3. εγγραφή ατόμου

matrimonio πρχ μητρο-μνήμη> μένω σε μητρώο ως σύζυγος

1. α, γαμήλια τελετή, γάμος

2. ζεύγος γάμου, ζευγάρι, un matrimonio joven, ένα νεαρό ζευγάρι

3. σνθ, matrimonio canónico θρησκευτικός γάμος

matrimonio civil, πολιτικός γάμος

matrimonio clandestino, κρυφός γάμος

matrimonio de conveniencia, de interés, γάμος συμφέροντος

matrimonio mixto, μικτός γάμος

matrimonio morganático, μοργανατικός γάμος

matrimonio por poderes, γάμος μέσω πληρεξουσίου

matrimonio rato, no consumado, λευκός γάμος

matrimonio secreto, μυστικός γάμος

4. εκφ, consumar el matrimonio, ολοκληρώνω γάμο με συνουσία

contraer matrimonio, συνάπτω γάμο

contraer matrimonio con, συνάπτω γάμο με

pedir a alguien, en matrimonio, ζητώ κάποιον, -α σε γάμο

matrimoniar 1. ρα, συνάπτω γάμο, παντρεύομαι

matrimonial 1. ε, γαμικός, -ή, -ό, συζυγικός, -ή, -ό

extramatrimonial 1. ε, εξωσυζυγικός, -ή, -ό

prematrimonial 1. ε, προγαμιαίος, -α, -ο

madrigada 1. ε, για γυναίκα, δευτερο-παντρεμένη, μητέρα δεύτερη φορά,

Como mujer madrigada, puedo decirte que cada matrimonio es totalmente distinto,

Ως δευτερο-παντρεμένη γυναίκα, μπορώ να σου πω ότι κάθε γάμος είναι τελείως διαφορετικός

madrigado 1. ε, για ζώο αρσενικό, κυρίως ταύρο, ζευγαρωμένος, -o, επειδή έκανε μητέρα

madrigado, da 1. ε, οικ, μτφ, για άτομο, έμπειρος, -η, -o, σαν μητέρα σε γνώση

matriz 1. θ, ανα, μήτρα

2. μτφ, μητρική εταιρεία

3. μτφ, καλούπι, μήτρα

4. μτφ, παξιμάδι

5. ορν, ορτυκομάνα

6. μαθ, τυπ, μήτρα

7. ε, μητρικός, -ή, -ó, casa matriz, μητρική εταιρεία

8. σνθ, matriz activa, ενεργή μήτρα

matriz cuadrada, τετράγωνο μητρώο

matriz de terraja, μήτρα κλωστοποίησης, φιλιέρα

matriz horizontal, vertical οριζόντια, κάθετη μήτρα

9. εκφ, dar forma con una matriz, διαμορφώνω με μήτρα

metritis 1. θ, ιατ μητρίτιδα

matrona πρχ ματρώνα

1. θ, μαμή, μαία

2. γηραιά κυρία

3. προϊσταμένη αστυνομικός για τη σωματική έρευνα γυναικών

endometrio 1. α, ανα, ενδο-μήτριο

endometriosis 1. θ, ενδομητρίωση

endometritis 1. θ, ενδομητρίτιδα

metrópolis 1. θ, μητρόπολη, μεγαλούπολη

metrópoli 1. θ, μητρόπολη

metropolita 1. α, θρη, μητροπολίτης, δεσπότης

metropolitano, na 1. ε, α θ, μητροπολιτικός, -ή, -ó

2. ε, θρη, αρχιεπισκοπικός, -ή, -ό, μητροπολιτικός, -ή, -ó

3. α, αρχιεπίσκοπος

metropolitano 1. α, μετρό

metrorragia 1. θ, ιατ, μητρορραγία

metrosexual 1. α, μετρο-σέξουαλ

matriarca 1. θ, μητριάρχις, γυναίκα αρχηγός στην κοινωνία, οικογένεια

matriarcado 1. α, μητριαρχία

matriarcal 1. ε, μητριαρχικός, -ή, -ό

Madrid 1. ονο, Μαδρίτη

2. εκφ, parece de Madrid, οικ, για αυτούς που δεν κλείνουν την πόρτα όταν φεύγουν,

σε βάρκα γεννήθηκε

madridismo 1. α, πδφ, η υποστήριξη φιλάθλων της Ρεάλ Μαδρίτης στην ομάδα τους

2. οπαδοί της ποδοσφαιρικής ομάδας της Ρεάλ Μαδρίτης

madridista 1. ε, πδφ, σχετικός, -ή, -ό με τη Ρεάλ Μαδρίτης

2. α θ, οπαδός της ποδοσφαιρικής ομάδας της Ρεάλ Μαδρίτης

matritense 1. ε, σχετικός, -ή, ό με τη Μαδρίτη

madrileño, ña 1. ε, α θ, μαδριλενικός, -ή, -ό, μαδριλένιος, -ια

madrigal 1. α, λγτ, μσκ, λυρικό άσμα, μαδριγάλιο

madrigalesco, ca 1. ε, λεπτός, -ή, -ό, ευγενικός, -ή, -ό

2. λγτ, μσκ, που έχει σχέση με το μαδριγάλιο

matricaria 1. θ, βοτ, παρθενούλι

matricida 1. ε, α θ, μητροκτόνος, -ος, -ο

matricidio 1. α, μητρο-κτονία

madera πρχ μαδέρι= ξύλο

1. θ, ξύλο, ξυλεία από δέντρο, La mesa es de madera, Το τραπέζι είναι από ξύλο

2. σανίδα, τάβλα

3. οικ, μτφ, κλίση προς κάτι, προσόντα, στόφα, μέταλλο, πάστα, φόντα,

Tu hijo tiene madera de ganador. Será un gran piloto de Fórmula Uno,

Ο γιος σου έχει στόφα νικητή. Θα γίνει ένας σπουδαίος πιλότος της Formula 1

4. οικ, μτφ, πρχ μαδέρια ή ματ(ερα)> γκλόμπ= μπατσαρία, los vecinos llamaron a la madera,

οι γείτονες φωνάξαν την μπατσαρία

5. μακ, ξύλινα πνευστά

6. αθλ, ξύλινο μπαστούνι του γκολφ

7. σνθ, madera alburente, σομφόξυλο

madera anegadiza, υποβρύχιο ξύλο

madera aserradiza, πριστή ξυλεία

madera blanca, λευκό ξύλο

madera contrachapada, κόντρα πλακέ

madera de construcción, οικοδομική ξυλεία

madera de trepa, ξύλο που σχηματίζει νερά

madera en rollo, στρογγυλό, απελέκητο ξύλο(σα ρολό)

madera fósil, απολιθωμένο ξύλο, λιγνίτης

madera noble, ευγενής ξυλεία

madera seca, νεκρό ξύλο

8. εκφ, a media madera, ενωμένα, επικαλυμμένα στη μέση του ξύλου

no ser de madera de palo, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι από μάρμαρο

tener madera de, έχω τη στόφα του

tener madera para, έχω τα προσόντα, φόντα για

tocar madera, οικ, χτυπάω ξύλο

maderable 1. ε, για δέντρο, δάσος, εμπορεύσιμος, -η, -ο, εκμεταλλεύσιμη ξυλεία

maderada 1. θ, ξυλεία που μεταφέρεται μέσω ποταμών

maderamen, maderaje 1. α, κατ, ξυλεία κατασκευών

2. ξύλωση, σανίδωση

maderería 1. θ, μαδερό-μερος= ξυλαποθήκη

maderero, ra 1. ε, μαδερικός, -ή, -ό, σχετικός με ξύλο, industria maderera,

βιομηχανία ξυλείας

bosque maderero, δάσος ξυλείας

2. α θ, ξυλέμπορος

3. α, ξυλάδικο, πλοίο μεταφοράς ξυλείας

almadreña 1. θ, ξυλοπάπουτσο, τσόκαρο, απο το μαδέρι

madreña 1. θ, σαμπό, απο το μαδέρι

madero 1. α, μαδέρι

2. τάβλα, σανίδα

3. ξυλάδικο, πλοίο μεταφοράς ξυλείας

4. οικ, μτφ, για άτομο, κούτσουρο, no entiendes nada, eres un madero,

δεν καταλαβαίνεις τίποτα, είσαι κούτσουρο

5. α, μπάτσος, la calle se llenó de maderos a la hora de la manifestación,

Ο δρόμος γέμισε με μπάτσους την ώρα της διαδήλωσης

enmaderar 1. ρμ, πρχ επι-μαδεριάζω= καλύπτω, βάζω ξύλο σε τοίχο, πάτωμα,

enmaderar el suelo de la casa, βάζω παρκέ στο σπίτι

2. κατ, επενδύω με ξύλο

enmaderación 1. θ, επένδυση με ξύλο

enmaderado 1. α, επένδυση με ξύλο

enmaderamiento 1. α, επένδυση με ξύλο

2. ξυλοκατασκευή

materia πρχ μαδέρι= ξ-ύλο> ύλη ή μητέρα πραγμάτων= ύλη

1. θ, φσκ, ύλη, la materia puede transformarse en energía,

η ύλη μπορεί να μεταμορφωθεί σε ενέργεια

2. υλικό, el hierro es la materia principal de sus esculturas,

Το σίδηρο είναι το κύριο υλικό των γλυπτών του.

3. μάθημα, aprobó todas las materias excepto la química,

πέρασε όλα τα μαθήματα εκτός από τη χημεία

4. ιατ, πύον

5. μτφ, υλικό, No hay materia suficiente para un libro,

Δεν υπάρχει αρκετό υλικό για ένα βιβλίο

6. τεχ, λγτ, θέμα, no deberías opinar de materias que no entiendes,

Δεν θα έπρεπε να δίνεις τη γνώμη σου για θέματα που δεν καταλαβαίνεις

7. σνθ, materia escindible, fisible, σχάσιμη ύλη

materia gris, οικ, φαιά ουσία

materia orgánica οργανική ύλη, ουσία

materia oscura, σκοτεινή ύλη

materia prima, πρώτη ύλη

materia vegetal, φυτική ύλη, φυτικό υλικό

primeras materias, πρώτες ύλες

6. εκφ, en materia de, σε σχέση με την ύλη= που σχετίζεται με, σχετικά με

entrar en materia, μπαίνω= έρχομαι στο θέμα, προκείμενο

material 1. ε, υλικός, -ή, -ó, los daños materiales, οι υλικές ζημιές

2. οικ, μτφ, πραγματικός, -ή, -ό, φυσικός, -ή, -ό, se acusó de ser el autor material del robo,

Κατηγορήθηκε ότι ήταν ο φυσικός αυτουργός της ληστείας

3. υλιστικός, -ή, -ό, desprecia las artes porque es un hombre material,

περιφρονεί τις τέχνες γιατί είναι ένας υλιστικός άνθρωπος

4. α, υλικό, εξοπλισμός, σύνολο αναγκαίων εργαλείων για επάγγελμα, έργο,

una papelería nos suministra el material de oficina,

ενα βιβλιοπωλείο μας προμηθεύει είδη γραφείου

4. οικοδομικό υλικό

5. δέρμα για κατασκευή υποδημάτων

6. σνθ, material audiovisual, οπτικοακουστικό υλικό

material bélico, πολεμικό υλικό

material de desecho, άχρηστο υλικό

material de guerra, πολεμικό υλικό

material de laboratorio, εργαστηριακό υλικό

material de papelería, χαρτικά, είδη χάρτου

material deportivo, αθλητικός εξοπλισμός

material didáctico, διδακτικό υλικό

material escolar, σχολικό υλικό

material fotográfico, φωτογραφικός εξοπλισμός

material genético, γενετικό υλικό

material refractario, πυρίμαχο υλικό

materialidad 1. θ, υλική υπόσταση των πραγμάτων, υλικότητα,

no te preocupes tanto por la materialidad y atiende más a tu espiritualidad,

Μην ανησυχείς τόσο για την υλικότητα και δώσε περισσότερη προσοχή στην πνευματικότητά σου

2. εμφάνιση, όψη, A pesar de su mala materialidad, esta madera es muy resistente,

Παρά την κακή του όψη, αυτό το ξύλο είναι πολύ ανθεκτικό

3. ηχητική υλικότητα= ήχος λέξεων

materialismo 1. α, υλισμός, ματεριαλισμός

2. σνθ, materialismo dialéctico, φλφ, διαλεκτικός υλισμός

materialista 1. ε, υλιστικός, -ή, -ó, υλιστής, -ια

materializar 1. ρμ, ραντ, υλοποιώ, μετουσιώνω, μεταμορφώνω ιδέα σε πράξη,

su proyecto se materializó en un bello edificio,

το έργο του υλοποιήθηκε σε ένα όμορφο κτίριο

en su cuento materializa sus miedos y habla con ellos,

στην ιστορία του υλοποιεί τους φόβους του και μιλάει με αυτούς

2. ραντ, υλιστικοποιούμαι, γίνομαι υλιστικός,

con la edad se está materializando y olvidando los valores espirituales,

Με την ηλικία, ο άνθρωπος γίνεται υλιστικός και ξεχνιούνται οι πνευματικές αξίες

materialización 1. θ, υλοποίηση, μετουσίωση

2. υλιστικοποίηση

materialmente 1. επρ, υλο-ποιητικά= πρακτικά, ουσιαστικά,

es materialmente imposible para nosotros seguir adelante con el proyecto,

είναι πρακτικά αδύνατο για εμάς να προχωρήσουμε το έργο

inmaterial 1. ε, άυλος, -η, -ο

inmaterialidad 1. θ, αϋλότητα, ανυπαρξία ύλης

inmaterialismo 1. α, αϋλισμός

inmaterialista 1. ε, α θ, αϋλιστικός, -ή, -ό, αϋλιστής, -ια

inmaterializar 1. ρμ, ραντ, εξαϋλώνω, εξαϋλώνομαι,

en la película de ficción, el cuerpo del actor se inmaterializa,

Στην ταινία επιστημονικής φαντασίας, το σώμα του ηθοποιού εξαϋλώνεται

Scroll to Top