LOSA

LOSA= ΠΡΧ ΛΟΣΑ> ΛΙΘΟΣ, ΛΟΣΑ> Π-ΛΑΝΟΣ, ΛΟΣΑ> Π-ΛΑΚΕΣ,

ΠΡΧ Γ-ΛΩΣΣΑ> ΠΛΑΚΑ ΔΑΠΕΔΟΥ, ΠΛΑΚΑΚΙ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

losa 1. θ, πλάκα, un camino de losas lleva a la puerta de la finca,

ένας δρόμος από πλάκες οδηγεί στην πόρτα του αγροκτήματος

2. ταφόπλακα, ταφόπετρα, depositamos flores sobre la losa,

καταθέσαμε λουλούδια πάνω στην ταφόπλακα

3. παγίδα με μικρές πλάκες για πτηνά, ποντίκια

4. μτφ, πλάκα σαν βάρος ψυχικό, la enfermedad de su amiga es una losa para él,

η αρρώστια της φίλης του είναι ένα βάρος για αυτόν

5. σνθ, losa sepulcral, ταφόπλακα, ταφόπετρα

6. εκφ, echar, poner una losa encima, ρίχνω, θέτω μια πλάκα επάνω, μτφ,

σιγουρεύω πως θα φυλαχθεί ένα μυστικό που εμπιστεύομαι σε κάποιον

losado 1. α, πλακόστρωτο

losar 1. ρμ, λιθοστρώνω

2. πλακοστρώνω

loseta 1. θ, πλακάκι για πάτωμα

2. παγίδα με μικρές πλάκες για ζώα

enlosar 1. ρμ, κατ, λιθοστρώνω

2. πλακοστρώνω

enlosado 1. α, κατ, λιθόστρωτο

2. πλακόστρωτο

enlosador, ra 1. α, πλακάς

desenlosar 1. ρμ, βγάζω τις πλάκες ενός δαπέδου

Scroll to Top