LOTERÍA

LOTERÍA= ΠΡΧ ΛΟΤΑΡΙΑ, ΛΑΧΕΙΟ, ΠΡΧ ΛΟΤΕ> Κ-ΛΗ-ΡΩ-ΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lotería 1. θ, παιχνίδι λοταρία, λαχείο, λόττο, juega a la lotería de navidad,

παίζει το Χριστουγεννιάτικο λαχείο

2. δελτίο λόττο, λαχνός

3. μαγαζί με λόττο, λαχεία

4. μτφ, πράγμα τυχαίο, λόττο, λαχείο, la vida es una lotería, η ζωή είναι λαχείο

5. σνθ, lotería de Navidad, Χριστουγεννιάτικο λαχείο στην Ισπανία

lotería primitiva, Λόττο

6. εκφ, caerle, tocarle a alguien la lotería, σε παιχνίδι, μου πέφτει το λαχείο, λόττο

ή μτφ, μου πέφτει το λαχείο, con este empleo te ha tocado la lotería,

με αυτήν την θέση σου έχει πέσει το λαχείο

jugar a la lotería, παίζω λαχείο, λόττο

lotero, ra 1. α θ, λαχειοπώλης, -ισσα

Iota 1. θ, μτφ, σαν λόττο ή πρχ λοτα> αλιευτά= ψαριά προς δημοπράτηση,

δημοπρατήριο αλιευμάτων

2. χώρος πλειστηριασμών αλιευμάτων

lote πρχ λοτε> κ-λη-ρω-τό κομμάτι, πρχ λόττο και οι έννοιες του

1. α, ποσό από λόττο ή λαχνό κερδισμένο

2. μτφ, κομμάτι από σύνολο που πρέπει να μοιραστεί, σαν κλήρος λόττο,

en la herencia de sus padres le correspondió el mejor lote,

στην κληρονομιά των γονιών του του έτυχε το καλύτερο κομμάτι

3. μτφ, πρχ π-λατύ> οικόπεδο, κομμάτι γης, Ricardo me vendió un lote de terreno,

Ο Ρικάρντο μου πούλησε ένα οικόπεδο

4. μτφ, σα λαχνούς λόττο= σετ, σύνολο από κάτι με κοινά στοιχεία, παρτίδα, μερίδα,

lote de productos de belleza, σετ, σύνολο από προϊόντα ομορφιάς

Los productos del último lote salieron con defectos de fabricación,

Τα προϊόντα της τελευταίας παρτίδας βγήκαν με κατασκευαστικά ελαττώματα

5. πλφ, δέσμη

6. σνθ, lote de Navidad, καλάθι με κρασιά και γλυκίσματα που δίνουν οι επιχειρήσεις στους υπαλλήλους τους τα Χριστούγεννα

7. εκφ, darse, pegarse el lote, οικ, μτφ, πρχ δίνω, μπήγω το λόττο με κάποιον, σαν κλήρους λόττο που ανακατεύονται= χαϊδεύομαι, φιλιέμαι, χουφτώνομαι, ερωτοτροπώ με κάποιον,

María y Juan se daban el lote en el parque, Η Μαρία και ο Χουάν φιλιόντουσαν στο πάρκο

Scroll to Top