LORO= ΠΡΧ Φ-ΛΥΑΡΟ ΑΤΟΜΟ, ΛΟ-ΓΑ-ΡΗΣ> ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ Ή ΠΑΡΑ-ΛΗΡΗΜΑ,
ΜΤΦ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΛΕΕΙ ΤΑ ΙΔΙΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
loro 1. α, ορν, παπαγάλος
2. οικ, μτφ, πρχ φ-λύαρος, -η, πολυλογάς, -ού, no se puede hablar con ella, es un loro,
δεν μπορεί να μιλήσει κάποιος με αυτήν, είναι πολυλογού
3. οικ, μτφ, άσχημη γυναίκα, ξόανο και ντυμένος σαν παπαγάλος, παρδαλή,
es un loro y además viste mal, είναι ένα ξόανο και επιπλέον ντύνεται άσχημα
4. οικ, μτφ, μεγάλο φορητό ραδιοκασετόφωνο
5. εκφ, ¡al loro! οικ, μτφ, προσοχή!, πρόσεξε!
estar al loro, οικ, μτφ, είμαι σε αυτό που λέγεται= σε εγρήγορση, επαγρυπνώ
ή μτφ, είμαι πληροφορημένος για κάτι, ενήμερος, επίκαιρος για τα γεγονότα,
hay que estar al loro de lo que pasa en el mundo,
πρέπει να είσαι ενήμερος με ό, τι συμβαίνει στον κόσμο
hablar como un loro, οικ, μτφ, η γλώσσα μου πάει ροδάνι
tocororo 1. α, ορν, πρχ τρόγων, τέμνουρος