LORIGA

LORIGA= ΠΡΧ ΛΩΡΙΔΑ> ΘΩΡΑΚΑΣ ΜΕ ΛΩΡΙΔΕΣ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

loriga 1. θ, σιδερό-πλεκτος θώρακας στρατιώτη

2. πανοπλία αλόγου

3. μεταλλικό, ασφαλιστικό στεφάνι ρόδας

lorigado, da 1. ε, πρχ λωριδάτος, -η, -ο= με σιδερόπλεκτο θώρακα

2. για άλογο με πανοπλία

lorigón 1. α, σιδερόπλεκτος θώρακας

loriguero, ra 1. ε, πρχ λωριδο-φόρος= σχετικός, -ή, -ό με σιδερόπλεκτο θώρακα

Scroll to Top