LATIR= ΗΧΜ Π-ΛΑΤΣ> ΧΤΥΠΩ, ΠΡΧ ΠΑ-ΛΛΕΤΑΙ, ΠΡΧ ΠΟΔΗ-ΛΑΤΩ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΩ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
latir ηχμ π-λατς> χτύπος από κάτι, πρχ πα-λλεται
1. ρα, για παλμό καρδιά, χτυπώ, después de una carrera el corazón late más deprisa,
μετά από μια κούρσα η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα
2. για πληγή, όγκο, πρχ σουβ-λιστός πόνος, επειδή πάλλεται η καρδιά, αρτηρία,
la herida sangraba y latía, η πληγή αιμορραγούσε και σούβλιζε, παλλόταν
3. για σκύλο, πρχ αλυκτώ, γαβγίζω, el perro latía al menor ruido,
ο σκύλος γάβγιζε στο μικρότερο θόρυβο
4. μτφ, κάτι πάλλεται κρυφά, υποβόσκει, bajo sus palabras latía un rencor amargo,
κάτω από τα λόγια του υπόβοσκε μια μνησικακία πικρή
latido 1. α, χτύπος καρδιάς, καρδιακός παλμός, Con la cabeza recostada en su pecho, pude escuchar el latido de su corazón, Με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στο στήθος του, άκουγα τους χτύπους της καρδιάς του
2. σουβλιά, sentía fuertes latidos en la herida, ένιωθε σουβλιές στην πληγή του
3. γάβγισμα, αλύχτημα, Los latidos del perro eran de dolor,
Το αλύχτημα του σκύλου ήταν πόνου
latiente 1. ε, παλλόμενος, -η, -ο, el sacerdote azteca extrae el corazón latiente de su víctima,
Ο Αζτέκος ιερέας εξάγει την παλλόμενη καρδιά του θύματός του