LATA

LATA= ΠΡΧ Π-ΛΑΤΥ> ΜΕΤΑΛΛΟ ΓΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ, ΚΟΥΤΙ,

LATÓN= ΠΡΧ ΣΦΥΡΗ-ΛΑΤΟΝ ΥΛΙΚΟ> ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΣ, ΠΡΧ LA-TA> ΛΑ-ΜΑΡΙΝΑ-TA,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

latón 1. α, ορείχαλκος

latonería 1. θ, λευκοσιδηρουργείο

latonero 1. α, ορειχαλκουργός, λευκοσιδηρουργός

Latona 1. ονο, Λητώ

lata πρχ π-λατύ> μέταλλο για κονσέρβα, κουτί, μτθ λα-τα> μέ-τα-λλο= κονσερβοκούτι

1. θ, κονσερβο-κούτι, τενεκεδένιο κουτί, κονσέρβα, lata de cerveza, κουτάκι μπύρας,

una lata de sardinas, ένα κουτί σαρδέλες

τενεκές λαδιού, lata de aceite

2. υλικό λευκοσίδηρος

3. οικ, μτφ, ομιλία ή συζήτηση πλατιά= βαρεμάρα, πρήξιμο, el discurso fue una lata,

η ομιλία ήταν μια βαρεμάρα

4. αυτό που προκαλεί βαρεμάρα, ενόχληση επειδή είναι πλατύ χρονικά ή μτφ, χώσιμο,

πακέτο, ταλαιπωρία, ¡qué lata, este libro! τι βαρεμάρα, αυτό το βιβλίο!

¡qué lata de trabajo! τί πακέτο δουλειά!

5. οικ, μτφ, για άτομο που πλατιάζει= μπελάς, πονοκέφαλος, una lata de chico,

ένα αγόρι σκέτος μπελάς

6. οικ, μτφ, για αμάξι, σακαράκα

7. ξυλ, πήχης, πηχίσκος, βέργα, σαν πλατύ ξύλο

8. σνθ, cuatro latas, μτφ, οικ, σακαράκα, σαράβαλο

9. εκφ, en lata, για τρόφιμο, σε κονσέρβα, κονσερβοποιημένος

dar la lata a alguien, οικ, μτφ, δίνω την πλατιά κουβέντα> ενόχληση σε κάποιον= πρήζω, ενοχλώ κάποιον, no me des más la lata, te he dicho que hoy no vas al cine,

μην με πρήζεις, σου έχω πει πως σήμερα δεν πας στο σινεμά

no tener ni una lata, οικ, μτφ, δεν έχω δεκάρα τσακιστή, φράγκο, μία

¡qué lata! οικ, μτφ, τι μπελάς!

ser una lata, οικ, μτφ, για κάτι, είναι μπελάς, πρήξιμο, πακέτο,

trabajar por 12 horas es una lata, να δουλεύεις 12 ώρες είναι μπελάς

ή για άτομο, είναι ενοχλητικός, φορτικός, κουραστικός, σπαστικός, μπελάς,

ese tío es una lata, αυτός o τύπος είναι ενοχλητικός

latazo 1. α, χτύπημα που δίνεται με κονσέρβα

2. οικ, μτφ, πρήξιμο, βαρετό, ανιαρό πράγμα, ταλαιπωρία,

fue un latazo tener que aguantar su discurso,

ήταν ένα πρήξιμο να πρέπει να αντέξω την ομιλία του

latazo de programa, τι ανιαρή εκπομπή

3. οικ, μτφ, μπελάς, πονοκέφαλος, este chico es un latazo,

αυτό το παιδί είναι σωστός πονοκέφαλος

4. εκφ, darle el latazo a alguien, πρήζω, ενοχλώ, ζαλίζω κάποιον

¡qué latazo! οικ, μτφ, τι μπελάς!

ser un latazo, για κάτι, είναι μεγάλος μπελάς, πρήξιμο

ή για άτομο, είναι ενοχλητικός, φορτικός, κουραστικός, σπαστικός,

latoso, sa 1. ε, οικ, μτφ, ενοχλητικός, -ή, -ó, εκνευριστικός, -ή, -ó

¡Para ya de pedir! ¡No se puede ser más latoso,

Σταμάτα πια να ζητάς! Δεν γίνεται να είσαι πιο ενοχλητικός

2. ανιαρός, -ή, -ó, βαρετός, -ή, -ό, για πράξη, δουλειά, δραστηριότητα,

Después de una clase tan latosa, necesito un café bien fuerte para despertar,

Μετά από ένα τόσο βαρετό μάθημα, χρειάζομαι έναν πολύ δυνατό καφέ για να ξυπνήσω

3. α θ, μπελάς, βαρετός, -ή, ενοχλητικός, -ή

abrelatas 1. α, ανοιγει-πλατιά= ανοιχτήρι κονσέρβας

enlatar 1. ρμ, εν-θέτω σε πλατύ> βάζω σε κονσέρβα κάτι= κονσερβοποιώ

La pesquera enlata el 80% de su producción de atún,

Το αλιευτικό εργοστάσιο κονσερβοποιεί το 80% της παραγωγής τόνου

enlatado, da 1. ε, για τρόφιμο, ουσία, κονσερβοποιημένος, -η, -ο

2. μτφ, για πρόγραμμα, εκπομπή όχι ζωντανό, μαγνητοσκοπημένος, -η, -ο,

ηχογραφημένος, -η, -ο, no fue un debate en directo, sino enlatado,

δεν ήταν ένα ντιμπειτ απ’ ευθείας, αλλά ηχογραφημένο

enlatado 1. α, κονσερβοποίηση

dislate 1. α, πρχ που αντι-λατεί στην λογική, για λόγια, πράξη = ανοησία, παραλογισμός,

¡qué dislate!, eso es imposible, τί παραλογισμός!, αυτό είναι αδύνατο

Scroll to Top