LATO= ΠΡΧ Π-ΛΑΤΟΣ> ΠΛΑΤΥΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lato, ta 1. ε, λογ, πρχ π-λατος= κυρ, μτφ, πλατύς, -ιά, -ύ, ευρύς, -εία, -ύ, φαρδύς, -ιά, -ύ
εκτενής, -ές, -ή, nos ha dado una explicación lata del arte abstracto,
μας έχει δώσει μια εκτενής εξήγηση για αφηρημένη τέχνη
2. γλγ, για σημασία λέξης, ευρύς, -εία, μεταφορικός, -ή, -ό, με έκταση νοήματος,
en sentido lato, una doncella es una joven soltera,
με την ευρεία έννοια, μια κοπελίτσα είναι μια νεαρή ελεύθερη
latitud πρχ π-λατότητα
1. θ, έκταση χώρου, un bosque con una latitud de miles de hectáreas,
ένα δάσος με έκταση χιλιάδων εκταρίων
2. γεωγραφικό πλάτος, La isla se encuentra a cinco grados de latitud sur,
Το νησί βρίσκεται σε πέντε μοίρες νότιου γεωγραφικού πλάτους
3. γμτ, πλάτος
4. εκφ, por, en estas latitudes, οικ, σε αυτά τα πλάτη γης = μέρη,
¿qué haces tú por estas latitudes? τί κάνεις εσύ σε αυτά τα μέρη;
Pocos turistas se arriesgan a viajar por estas latitudes,
Λίγοι τουρίστες ρισκάρουν να ταξιδέψουν σε αυτά τα μέρη
latitudinarismo 1. α, θρη, πρχ για σωτηρία εκτός πλάτους εκκλησίας= ελευθερο-φρονισμός
latitudinario, ria 1. θρη, ε, α θ, ελευθερόφρων, -ων, -ον, ελευθερόφρων
ladilla 1. θ, εντ, ψείρα του εφηβαίου, επειδή έχει σχήμα π-λατούλι
2. βοτ, κριθάρι δύο σειρών
3. εκφ, pegarse como una ladilla, οικ, κολλάω σαν τσιμπούρι
ladillo 1. α, τυπ, σημείωση στο περιθώριο
latifoliado, da 1. ε, βοτ, πλατύ-φυλλος, -η, -ο, που έχει πλατιά φύλλα
latifundio 1. α, πρχ πλατυ-φόντο> έδαφος= λατιφούντιο
latifundismo 1. α, διανομή της γης με κύριο χαρακτηριστικό τα λατιφούντια
latifundista 1. α θ, ιδιοκτήτης, -ια λατιφούντιου, που έχει σχέση με τα λατιφούντια, που έχει ένα λατιφούντιο
alezo 1. α, πρχ αλε-ζο> π-λατο-γαζο= κοιλιακός επίδεσμος
dilatar πρχ δίνω πλάτος= δια-πλαταίνω κάτι υλικό ή χρονικά
1. ρμ, ραντ, διαστέλλω, διογκώνω, la humedad dilató la puerta,
η υγρασία διόγκωσε την πόρτα,
el metal se dilata con el calor, το μέταλλο διαστέλλεται με την ζέστη
2. διαστέλλω, διογκώνω, για μέρος του σώματος,
La oftalmóloga tiene que dilatar las pupilas del paciente,
Η οφθαλμίατρος πρέπει να διαστέλλει τις κόρες των ματιών του ασθενούς
3. πλαταίνω, επιμηκύνω, καθυστερώ χρονικά, αναβάλλω, μεταθέτω για πιο μετά κάτι,
la reunión se dilató durante toda la tarde,
η συγκέντρωση επιμηκύνθηκε για όλο το απόγευμα
El director de la escuela dilató la reunión al día siguiente,
Ο διευθυντής του σχολείου ανέβαλε τη συνάντηση για την επόμενη μέρα
4. για έδαφος, επιφάνεια, επεκτείνομαι, διευρύνομαι, διαστέλλομαι,
El pavimento se dilata y se contrae con el calor y el frío,
Το οδόστρωμα διαστέλλεται και συστέλλεται με τη θερμότητα και το κρύο
5. μτφ, διαδίδω, su fama se dilatará rápidamente, η φήμη του θα διαδοθεί γρήγορα
dilatación πρχ δια-πλάτυνση
1. θ, διαστολή υλικού
2. ιατ, διαστολή μήτρας
3. διόγκωση υλικού
4. διαστολή σε μέρος σώματος, dilatación de la pupila, διαστολή κόρης ματιού
5. επιμήκυνση, παράταση χρόνου, αναβολή, μετάθεση χρονική σε κάτι,
dilatación del plazo de entrega, επιμήκυνση της προθεσμίας παράδοσης
6. μτφ, πλάτυμα, απάλυνση λύπης, πόνου
7. πράξη και αποτέλεσμα του dilatar, dilatarse
dilatómetro 1. α, φσκ, διασταλό-μετρο
dilatador 1. α, ιατ, διαστολέας
dilatador, ra 1. ε, διασταλτικός, -ή, -ό
dilatabilidad 1. θ, διασταλτικότητα
dilatable 1. ε, διασταλτός, -ή, -ό
dilatado, da 1. ε, για μέρος σώματος, διεσταλμένος, -η, -o, διογκωμένος, -η, -o
2. για χώρο, χρόνο, επιμηκυμένος, -η, -ο,
3. μτφ, για εμπερία, εκτεταμένος, -η, -o, μακρύς, -ιά, -ύ, μακροχρόνιος, -α, -ο