LAPA= ΗΧΜ Φ-ΛΑΠ ΣΑΝ ΚΟΛΛΗΜΑ, ΜΤΘ ΛΑ-ΠΑ> ΠΕ-ΤΑ-ΛΙΔΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lapa 1. θ, ζωλ, πεταλίδα
2. βοτ, κολλιτσίδα
3. σε υγρά, στρώμα φυτικών μικροοργανισμών σε υδάτινη επιφάνεια
4. οικ, μτφ, για άτομο, κολλιτσίδας, ¡qué lapa ese tío! μεγάλη κολλιτσίδα αυτός ο τύπος!
5. μτφ, βόμβα, βόμβα-βεντούζα
6. εκφ, pegarse como una lapa, οικ, μτφ, γίνομαι κολλιτσίδα, κολλάω σαν στρείδι
ser un lapa, οικ, μτφ, είμαι κολλιτσίδας
lampazo 1. α, βοτ, άρκειο, πλατομαντήλα
2. ναυ, ηχμ φ-λαπ στο πάτωμα= πατσαβούρα
lampacear 1. ρμ, ναυ, σφουγγαρίζω το κατάστρωμα με την πατσαβούρα