LANZA= ΠΡΧ ΛΑΝΣΑ-ΡΩ, ΡΙΠΤΩ, ΠΡΧ ΛΟΓΧΗ, ΠΡΧ ΡΕΛΑΝΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lanza πρχ λόγχη, πρχ λανσά-ρω
1. θ, λόγχη, δόρυ, ακόντιο, El soldado se defendía con una lanza,
Ο στρατιώτης αμυνόταν με λόγχη,
Los masai cazaban con lanzas, Οι Μασάι κυνηγούσαν με ακόντια
2. μτφ, τιμόνι άμαξας, σαν λόγχη, El granjero ató los caballos a la lanza,
Ο αγρότης έδεσε τα άλογα στο τιμόνι
3. στρατιώτης λογχοφόρος
4. μτφ, στόμιο μάνικας, που λανσάρει νερό
5. εκφ, correr lanzas, τρέχω με λόγχες= συμμετέχω σε έφιππο αγώνα ιπποτών με δόρυ
(estar) con la lanza en ristre, είμαι με την λόγχη προ-στραφείσα= είμαι έτοιμος να κάνω κάτι
medir lanzas con alguien, αναμετριέμαι με κάποιον
no romper lanzas con nadie, δεν τα χαλάω με κανέναν
romper una lanza por alguien, en favor de alguien, σπάω, υπερ θέτω μια λόχγη για κάποιον= υπερασπίζομαι κάποιον
lanzar πρχ λανσάρω, ρίπτω
1. ρμ, εκτοξεύω, ρίχνω αντικείμενο, βόμβα, Los manifestantes empezaron a lanzar piedras,
Οι διαδηλωτές άρχισαν να πετούν πέτρες
Schult lanzó el disco 74.08 metros, Ο Σουλτ έριξε τον δίσκο στα 74,08 μέτρα
Rusia lanzó un satélite a la atmósfera, Η Ρωσία εκτόξευσε έναν δορυφόρο στην ατμόσφαιρα
Los soldados lanzaron una bomba sobre su enemigo,
Οι στρατιώτες έριξαν μια βόμβα στον εχθρό τους
2. εξαπολύω επίθεση, lanzar un ataque
3. ρίχνω βλέμμα, Juan le lanzó una mirada feroz a su amiga porque lo delató con la maestra,
Ο Χουάν έριξε ένα αγριεμένο βλέμμα στον φίλο του επειδή τον πρόδωσε με την δασκάλα
4. μτφ, εκτοξεύω, Carlota lanzó unas acusaciones a su tía por no haberle dado lo que pidió,
Η Καρλότα εκτόξευσε κατηγορίες, κατηγόρησε τη θεία της ότι δεν της έδωσε αυτό που ζήτησε
5. εκστομίζω λόγια, κατάρα, El viejito me lanzó una letanía de insultos al pisar su césped,
Ο γεράκος μου ξεστόμισε, έριξε μια λιτανεία από βρισιές όταν πάτησα το γκαζόν του
6. λανσάρω προϊόν, προωθώ, κυκλοφορώ, Thalía lanzó su última canción en el otoño,
Η Thalía κυκλοφόρησε το τελευταίο της τραγούδι το φθινόπωρο
7. αφήνω, βγάζω άχ, αναστενάζω, El estudiante lanzó un suspiro al terminar el examen,
Ο μαθητής αναστέναξε καθώς τελείωσε τις εξετάσεις
8. βάζω, μπήγω φωνή, κραυγή, lanzó un grito y se desmayó,
έμπηξε μια κραυγή και λιποθύμησε
9. ρίχνω ρουκέτα, ξερνάω, κάνω εμετό, El jamón me cayó mal, creo que voy a lanzar,
Το χοιρομέρι μου έπεσε άσχημα. Νομίζω ότι θα ρίξω ρουκέτα, ξεράσω
10. ρίχνω άτομο απο ψηλά> αλεξιπτωτιστή
11. αφήνω πτηνό ελεύθερο
12. αθλ, ρίχνω σούτ, lanzar un balón, σουτάρω, εκτελώ βολή στο μπάσκετ
13. ραντ, ρίχνομαι σε κάτι, πέφτω με ορμή, χυμώ, εφορμώ, se lanzó de cabeza a la piscina,
ρίχτηκε με το κεφάλι στην πισίνα
14. μτφ, ρίχνομαι σαν να τολμώ, κάνω το μεγάλο βήμα
15. lanzarse sobre, ρίχνομαι, πέφτω επάνω, ορμάω επάνω σε κάτι, κάποιον,
el perro se lanzó sobre nosotros, ο σκύλος ρίχτηκε επάνω μας,
Los fanáticos se lanzaron sobre Messi cuando salió del estadio,
Οι οπαδοί έπεσαν πάνω στον Μέσι καθώς έφευγε από το γήπεδο,
los niños se lanzaron sobre los pasteles, τα παιδιά έπεσαν με τα μούτρα στις πάστες
16. lanzarse en, ρίχνομαι σε μια δραστηριότητα, μπαίνω στο παιχνίδι σε κάτι,
se lanzó a especular en Bolsa, ρίχτηκε να παίξει στο χρηματιστήριο
La exploradora se lanzó a una nueva aventura,
Ο εξερευνητής ρίχτηκε μια νέα περιπέτεια
17. εξαπολύομαι, ξεκινώ, La invasión de Normandía se lanzó el 6 de junio de 1944
Η εισβολή στη Νορμανδία εξαπολύθηκε, ξεκίνησε στις 6 Ιουνίου 1944
lanzamiento πρχ λανσάρισμα, ρίψη
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του lanzar, lanzarse, ρίψη αντικειμένου
Hay una fiesta famosa en Valencia que incluye el lanzamiento de tomates,
Υπάρχει ένα διάσημο φεστιβάλ στη Βαλένθια που περιλαμβάνει ρίψη ντομάτας
2. εκτόξευση βόμβας, δορυφόρου, διαστημικού οχήματος
3. εξαπόλυση επίθεσης
4. προώθηση, λανσάρισμα προϊόντος, κυκλοφορία,
La cantante se prepara para el lanzamiento de su nuevo disco,
Η τραγουδίστρια ετοιμάζεται για την κυκλοφορία του νέου της άλμπουμ
5. αθλ, βολή, ρίψη μπάλας, σουτ, El lanzamiento envió la pelota fuera del campo
Το σουτ έστειλε τη μπάλα εκτός γηπέδου
6. ρίψη αλεξιπτωτιστή, lanzamiento de paracaidista
7. νομ, κατάσχεση, σαν ρίψη επι των αγαθών
8. ναυ, καθέλκυση
9. σνθ, lanzamiento a canasta, αθλ, εκτέλεση σουτ, βολής στο μπάσκετ
lanzamiento de dos, tres, puntos, δίποντο, τρίποντο
lanzamiento de disco, δισκοβολία
lanzamiento de martillo, σφυροβολία
lanzamiento de falta, πδφ, εκτέλεση φάουλ
lanzamiento de penalti, εκτέλεση, χτύπημα πέναλτι
lanzamiento libre directo, πδφ, άμεσο ελεύθερο χτύπημα
lanzamiento de peso, σφαιροβολία
lanzamiento en paracaídas, ρίψη με αλεξίπτωτο
lanzada 1. θ, λόγχισμα
2. τραύμα από λόγχισμα
lanzazo 1. α, λόγχισμα
2. τραύμα από λόγχισμα
lanzable 1. ε, εκτινασσόμενος, -η, -o, asiento lanzable, εκτινασσόμενο κάθισμα
lanzado, da 1. μτφ, για άτομο, που λανσάρεται> τολμηρός, -ή, -ό,
αποφασισμένος, -η, -ο, es tan lanzada que no le da vergüenza nada,
είναι τόσο τολμηρή που δεν την ντροπιάζει τίποτα
2. μτφ, ορμητικός, -ή, -ό, παρορμητικός, -ή, -ό, ασυγκράτητος, -η, -ο,
¡No seas tan lanzado! Analiza la situación y no te apresures a tomar una decisión
Μην είσαι τόσο παρορμητικός! Αναλύσε την κατάσταση και μην βιαστείς να πάρεις μια απόφαση
3. εκφ, ir lanzado, κινούμαι απότομα και ορμητικά, πάω βολίδα, σφαίρα, βιάζομαι,
iba lanzado por la autopista, πήγαινε σφαίρα στην λεωφόρο
Hoy me crucé con Franco, pero iba lanzado y no tuvimos tiempo de charlar,
Σήμερα έπεσα πάνω στον Φράνκο, αλλά βιαζόταν και δεν προλάβαμε να κουβεντιάσουμε
lanzado 1. α, πέταγμα δολώματος
lanzador, ra 1. ε, λανσαριστικός= εκτοξευτικός, -ή, -ό, ριπτικός, -ή, -ό, που εκτοξεύει
2. αθλ, α θ, ρίπτης, -ια, αθλητής, -ια ρίψεων, lanzador de jabalina, ρίπτης ακοντίου,
ακοντιστής, -ια
3. σε ποδηλασία, μτφ, λαγός
lanzador 1. α, αστρ, εκτοξευτήρας
lanzadera πρχ λανσαρο-τιερα
1. θ, μτφ, σαΐτα αργαλειού, lanzadera de telar, επειδή λανσάρει κλωστή
2. lanzadera espacial, διαστημικό λεωφορείο
3. δαχτυλίδι με σχέδιο σε σχήμα σαΐτας
lanzafuego 1. α, στρ, πυρο-δότης
lanzagranadas 1. α, στρ, εκτοξευτήρας χειροβομβίδων, βομβιδο-βόλο
lanzallamas 1. α, φλογοβόλο
lanzaminas 1. α, στρ, ναρκοθέτης
lanzamisiles 1. ε, α, που εκτοξεύει πυραύλους, εκτοξευτής πυραύλων
lanzacohetes 1. α, εκτοξευτήρας πυραύλων
lanzaplatos 1. α, αθλ, μηχανή εκτόξευσης πήλινων δίσκων, εκτοξευτήρας τραπ
lanzatorpedos 1. α, ναυ, εκτοξευτήρας τορπιλών
lanzabombas 1. α, εκτοξευτήρας βομβών
lanzacabos 1. ε, ναυ, ορμιδοβόλος συσκευή
relanzar 1. ρμ, ξανα-λανσάρω, επανακυκλοφορώ, han relanzado sus viejos discos,
Επανακυκλοφόρησαν τα παλιά τους άλμπουμ
Relanzaron el producto con un nuevo empaque, y las ventas se incrementaron,
Ξαναλάνσαραν το προϊόν με νέα συσκευασία και οι πωλήσεις αυξήθηκαν
relanzamiento πρχ ξανα-λανσάρισμα
1. α, επανακυκλοφορία σε έργο, δίσκο, relanzamiento de obra, disco
2. ανάκαμψη οικονομίας, πωλήσεων, relanzamiento de economía, ventas
3. ανανέωση ιδέας
lance πρχ λανσα-ρισμα
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του lanzar, el lance de la piedra, η ρίψη της πέτρας
Un pescador experto me enseñó a realizar un mejor lance de red
Ένας έμπειρος ψαράς με δίδαξε πώς να πραγματοποιώ μια καλύτερη ρίψη διχτυού
για παιχνίδι, ¡Fue un lance con suerte! Jamás había sacado cuatro seis
Ήταν ενα ρίξιμο με τύχη! Ποτέ δεν είχα βγάλει τέσσερα έξι
2. μτφ, συμβάν, επεισόδιο, περιστατικό, γεγονός, σαν λανσάρισμα> ρίψη της μοίρας,
No hablo con Marcos desde el lance en el que murió Andrea,
Δεν μιλάω με τον Μάρκο από το περιστατικό στο οποίο πέθανε ο Αντρέας,
nunca antes me había visto en un lance como este,
ποτέ πριν δεν είχα βρεθεί σε ενα συμβάν όπως αυτό,
La inauguración del teatro fue el lance más imporante del año,
Τα εγκαίνια του θεάτρου ήταν το σημαντικότερο γεγονός της χρονιάς
3. μτφ, κρίσιμη κατάσταση, αδιέξοδο, σαν λόγχη που με πιέζει, πρχ λανκε> λουκι,
me hallaba en un lance, ήμουν σε αδιέξοδο
4. περιπέτεια, κατάσταση σε έργο, βιβλίο, σαν λανσάρισμα> ρίψη της μοίρας,
una película llena de lances cómicos, μια ταινία γεμάτη απο κωμικές καταστάσεις
5. μτφ, λανσάρισμα, λόγχη σαν χτύπημα= διαπληκτισμός, συμπλοκή, διαμάχη,
el lance terminó con varios heridos, η συμπλοκή τελείωσε με αρκετούς τραυματίες
Tuve un lance con un compañero de trabajo, pero ya hicimos las paces
Είχα μια διαμάχη με έναν συνάδελφο, αλλά πλέον τα βρήκαμε
6. μτφ, ρίξιμο, παίξιμο φύλλων= παρτίδα, en uno de los lances perdió todo el dinero,
σε μία από τις παρτίδες έχασε όλα τα λεφτά
7. πδφ, φάση, se lesionó en un lance del partido, τραυματίστηκε σε μια φάση του ματς
8. ταυ, λανσάρισμα σώματος= κίνηση ταυρομάχου με την κάπα
9. σνθ, lance amoroso, de amor αισθηματική, ερωτική περιπέτεια
lance apretado δύσκολη, κρίσιμη κατάσταση
lance de capa, ταυ, κίνηση με την κάπα
lance de fortuna, λανσάρισμα τύχης= καλοτυχία
lance de honor, μονομαχία τιμής
10. εκφ, de lance, ευκαιρίας, venden la mercancía de lance porque cierran la empresa,
Πουλάνε το εμπόρευμα σε τιμή ευκαιρίας γιατί κλείνουν την εταιρεία
superar un lance, ξεπερνώ (μια λόγχη) κάποιο εμπόδιο, κάποια δύσκολη στιγμή
¡vaya un lance! τι ιστορία κι’ αυτή!
lanceola 1. θ, βοτ, πλαντάγκο το λογχοειδές
lancera 1. θ, λογχ-ιερα= κρεμαστή θήκη για λόγχες
lancear 1. ρμ, λογχίζω
2. ταυ, κάνω κινήσεις με την κάπα
lancetada 1. θ, λόγχισμα
lancetazo 1. α, λόγχισμα
lancetero 1. α, θήκη για λόγχες
lancero 1. α, λογχο-φόρος
lanceros 1. α πλ, είδος χορού με φιγούρες, που μοιάζει με τον γαλλικό χορό ριγκοντόν
lanceta 1. θ, ιατ, νυστέρι, σαν λόγχη
lanciforme 1. ε, λογχοειδής, -ής, -ές
lanceolado, da 1. ε, βοτ, λογχοειδής, -ής, -ές
alancear 1. ρμ, τραυματίζω κάποιον τρυπώντας τον με λόγχη
2. ταυ, τρυπάω
alanceado, da 1. ε, βοτ, λογχοειδής, -ής, -ές
relance 1. α, ρελάνς σε παιχνίδι
2. δεύτερο ρίξιμο διχτυού σε ψάρεμα
3. μτφ, περι-λανσα-ρισμα μοίρας= τυχαίο γεγονός, τυχαιότητα,
4. εκφ, τυχαία, κατα τύχη, la encontré de relance en las escaleras,
την συνάντησα τυχαία στα σκαλιά
freelance, free lance 1. ε, φρι-λανσά-ρισμα σε κάτι= ελεύθερη απασχόληση
freelancer 1. α θ, άτομο ελεύθερης απασχόλησης, που εργάζεται freelance