LAR

LAR= ΠΡΧ ΛΑΡ ΘΕΟΤΗΤΑ ΟΙΚΙΑΣ, ΕΣΤΙΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lar 1. α πλ, Λάρες, προστάτιδες της οικίας και της οικογένειας, los dioses lares,

οι θεότητες Λάρες

2. α, μτφ, σαν εστία= μικρή φωτιά

lares 1. α πλ, κατοικία, σπίτι

2. εκφ, regresar a sus lares, γυρνάω πίσω στα μέρη μου, στο σπίτι μου

larario 1. α, λαράριο

llar 1. α, πρχ γιαρ> άγκιστρο, κρεμαστάρι τζακιού για να κρεμάσεις το τσουκάλι

Scroll to Top