LANA= ΠΡΧ ΜΑ-ΛΛΙΝΟ> ΜΑΛΛΙ, ΠΡΧ ΛΑΝΑ-ΡΙ= ΜΑΛΛΙ, ΠΡΧ ΛΑΝΟΛΙΝΗ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lana πρχ μά-λλινο= μαλλί, πρχ λανά-ρω μαλλί
1. θ, μαλλί σαν ύφασμα, ίνα
2. μαλλί προβάτου
3. σνθ, lana de esquileo, μαλλί κουράς
4. εκφ, batir la lana, κουρεύω τα πρόβατα
cardarle a alguien la lana, οικ, μτφ, τα ψέλνω σε κάποιον
ir por lana y volver trasquilado, μτφ, πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένος
lanada 1. θ, στρ, ψήκτρα πολυβόλου
lanado, da 1. ε, βοτ, χνουδωτός, -ή, -ó
lanar 1. ε, πρχ μά-λλινος, -η, -ο, σχετικός, -ή, -ó με το μαλλί, industria lanar, εριο-βιομηχανία
ganado lanar, κοπάδι προβάτων
lanería 1. θ, πρχ μαλλιν-ερί= κατάστημα μάλλινων ειδών, εριουργία
lanero, ra 1. ε, μα-λλιν-άρης= σχετικός, -ή, -ό με το μαλλί
2. α θ, άτομο που κατεργάζεται το μαλλί
lanero 1. α, μα-λλινο-μερος= αποθήκη μαλλιού
lanicio, cia 1. ε, μάλλινος, -η, -o
lanificación 1. θ, πρχ μα-λλινο-φτιάξη= κατεργασία, επεξεργασία μαλλιού
2. προϊόν επεξεργασίας μαλλιού
lanificio 1. θ, κατεργασία, επεξεργασία μαλλιού
2. προϊόν μαλλιού, δορά
lanolina 1. θ, λανολίνη
lanilla 1. θ, χνούδι
2. λεπτό μάλλινο ύφασμα
lanosidad 1. θ, χνούδι
lanoso, sa 1. ε, χνουδωτός, -ή, -ó, χνουδάτος, -η, -ο
2. μαλλιαρός, -ή, -ό
lanífero, ra 1. ε, λογ, εριο-φόρος, -ος, -o
lanudo, da 1. ε, χνουδωτός, -ή, -ó, χνουδάτος, -η, -o
2. μαλλιαρός, -ή, -ó
lanuginoso, sa 1. ε, βοτ, χνουδωτός, -ή, -ó, χνοώδης, -ης, -ες
lanugo 1. α, ανα, τρίχωμα του εμβρύου, χνους
franela 1. θ, πρχ φ(ρ)ανέλα> ύφασμα φανέλα από μαλλί, βαμβάκι
2. ταυ, μπαστούνι ταυρομάχου για παραπλάνηση ταύρου